Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Forum ανοιχτό για Δημόσια Συζήτηση

http://citytravellers.forumgreek.com/

Στην Αρχική σελίδα του Forum, που θα μπείτε κλικάροντας την παραπάνω διεύθυνση, μπορείτε να επιλέξετε κάποιο θέμα που πιθανά να σας ενδιαφέρει..ενώ ρολ άρουν αριστερά στα " ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ".  Όταν ανοίξει το θέμα, μπορείτε να προσθέσετε οποιαδήποτε παρατήρηση σχόλιο ή άλλη σχετική ανάρτηση πατώντας το κόκκινο REPONDRE..

Masterclass "Δουλειά σε μονοπλάνο" Με τους Harun Farocki και Antje Ehmann

http://www.labour-in-a-single-shot.net/en/films/

Ο Χαρούν Φαρόκι και η Άντγε Έμαν παρουσίασαν  - στο Goethe-Institut Athen -  το κοινό πρότζεκτ "Δουλειά σε μονοπλάνο / Labor in a single-shot / Eine Einstellung zur Arbeit". Πρόκειται για ένα πρότζεκτ που έχουν ξεκινήσει από το 2011 και απλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Με την δουλειά ως αντικείμενο έρευνας οι δυο κινηματογραφιστές ταξιδεύουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο και κινηματογραφούν μονόλεπτα ή δίλεπτα βίντεο με θέμα την δουλειά. Πληρωμένη, απλήρωτη, χειροπιαστή ή πνευματική, παραδοσιακή ή εντελώς καινούργια, η εργασία γίνεται αντικείμενο αφήγησης άλλοτε με σασπένς κι άλλοτε με εκπλήξεις. Για παράδειγμα, στην Αφρική μια οικογένεια ζει καλλιεργώντας ένα μικρό κομμάτι γης. Ενώ, σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγρότες πληρώνονται για να αφήνουν ακαλλιέργητη τη γη τους. Κι αυτό ελέγχεται από δορυφόρο.

Το πρότζεκτ είναι μια συμπαραγωγή της Farocki Filmproduktion με το Goethe-Institut και τη γενική διεύθυνση και συντονισμό του έργου έχει το Ινστιτούτο Γκαίτε της Βοστόνης.

Στο τέλος του 2014, το πρότζεκτ θα ολοκληρωθεί με δύο μεγάλες εκθέσεις στο Βερολίνο και την Βοστώνη.

http://www.elculture.gr/global/news/masterclass-farocki-698751



Tutti i migliori sono matti

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Καταστασιακοί και Καστανέντα



Κι αυτά ισχύουν και για μένα και για σας και για όλους τους ανθρώπους. Παγιδευόμαστε σε μικρέςιδιωτικές κολάσεις, γεννήματα της βλακείας μας. Φοβόμαστε την ελευθερία. Τα πρωινά που πεθαίνουν οι επαναστάτες δονούνται από το παλιό, αλλά και τόσο σύγχρονο ερώτημα: γιατί δεν επαναστατούμε; Γιατί δεν εξεγειρόμαστε; Τις απόπειρες να δοθεί μια απάντηση σ' αυτό το ερώτημα τις έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά. Ο Ράιχ γυρεύοντας μια απάντηση ανακάλυψε την θωράκιση του ανθρώπου, περιέγραψε την άθλια άμυνα του ανθρώπου ενάντια στην ίδια του την αθλιότητα: τον χαρακτήρα. Οι καταστασιακοί πήγαν ένα βήμα παραπέρα ή παραδίπλα. Οι μάντεις του Καστανέντα αγωνίζονται για το γκρέμισμα του χαρακτήρα. Πρέπει να σταματήσεις να μιλάς με τους όρους των μαύρων μάγων προτρέπει ο Δον χουάν τον Κάρλος Καστανέντα (ΚΚ). Ποιοι είναι οι μαύροι μάγοι; Όλοι αυτοί γύρω μας που καθορίζουν τις λέξεις, τον τρόπο που μιλάμε, τον τρόπο που ζούμε.

Σκεφτόμαστε, μιλάμε, ζούμε με τους όρους που καθορίζουν κάποιοι άλλοι. Όποιοι άλλοι. «Δε μπορούμε να μιλήσουμε για τους άλλους με τους όρους τους δικούς τους», θα έλεγε ο Μαρξ. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τους ίδιους μας τους εαυτούς! Ταυτιζόμαστε με τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν (ΚΚ). «Η ταύτιση είναι ο τρόπος εισόδου στον ρόλο… Λειτουργία του ρόλου είναι το βρικολάκιασμα της θέλησης για ζωή. Ο ρόλος αναπαριστάνει το βίωμα μεταμορφώνοντάς το σε πράμα, παρηγορεί για το που φτωχαίνει η ζωή», μας λέει ο Ραούλ Βανεγκέμ (ΡΒ).

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

«μη δουλεύετε ποτέ!»

Αυτή την Πέμπτη 7.11.13 και ώρα 5.00 – 7.00μ.μ. η δεύτερη εκπομπή των City Travellers αφιερωμένη στην καταστασιακή περιπέτεια..

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΩΣ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

να μας ακούσετε στο http://beton7artradio.gr/player/


Φτιάξαμε ένα φόρουμ συζήτησης: http://citytravellers.forumgreek.com/t1-topic#1

για να ανταλλάσσουμε πιο εύκολα σκέψεις... αν όμως προτιμάτε μια πιο άμεση επέμβαση on air,

210 751 2625 ελεύθερα στον αέρα από τις 5.00 το απόγευμα ως τις 7.00 /

Γιάννης Ιωαννίδης , Κατερίνα Αθανασίου, Αντώνης Λακίδης, /

στην μουσική Λουκάς Δημητρέλλος.


Στη δεύτερη περιπλάνησή μας στο πολύπλευρο πείραμα της διεθνούς ομάδας των Καταστασιακών (1956-1972) θα προσεγγίσουμε με λίγο βαθύτερες τομές τις υπαρξιστικές και τις αντιφονξιοναλιστικές καλλιτεχνικές καταβολές τους για να διακρίνουμε καλύτερα μερικά από τα πλούσια ηχοχρώματα που ζωντάνεψαν καταστασιακά συνθήματα τόσο απλά όσο σκανδαλώδη όπως το «μη δουλεύετε ποτέ!», για το οποίο η ιστορία, στη βιασύνη της να τακτοποιεί τις περιπέτειες με ετικέτες, εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει με αμηχανία. Θα μιλήσουμε γι’ αυτό το σύνθημα, με το οποίο κλείσαμε την προηγούμενη εκπομπή μας, και θα προσπαθήσουμε να δείξουμε με ποιον τρόπο μπορεί −αν μπορεί−να σχετίζεται με τα σημερινά δεινά. Θα δούμε, σε συνάρτηση με αυτό, ποιες εσωτερικές εντάσεις, εντάσεις μεταξύ φιλοσοφιών ζωής σε τελική ανάλυση, προσδιόρισαν τα πρώτα βήματά τους μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ποιες ήταν οι συνεισφορές της καλλιτεχνικής πλευράς τους στην «επανάσταση της καθημερινής ζωής», που αποτέλεσε το ιδιαίτερο διακριτικό τους στην πορεία των δυτικών κοινωνιών προς το 1968, και με ποιους τρόπους μπορούμε δικαιολογημένα να πούμε ότι οι Καταστασιακοί σημάδεψαν ένα ιστορικό μεταίχμιο που εξακολουθεί να μας επηρεάζει.




Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

"Αγριότητα, βαρβαρότητα και πολιτισμός"


Εισαγωγή τού μεταφραστή Γιάννης Δ. Ιωαννίδης
στο βιβλίο τού Άσγκερ Γιόρν
"Αγριότητα, βαρβαρότητα και πολιτισμός"


εκδόσεις Αλήστου Μνήμης, Αθήνα 2003







Για το μεγάλο Δανό καλλιτέχνη και στοχαστή Άσγκερ Γιόρν (1914-1973) έχουν ήδη γυριστεί τρία ντοκυμαντέρ, κι έχουν γραφτεί πάπολλα άρθρα και μελέτες, από τις οποίες ξεχωρίζουμε τις βιογραφίες του από τον Guy Atkins (Asger Jorn,Methuen, 1964, και Asger Jorn, The crucial years 1954-1964, Lund Humphries, 1977) και τον Troels Andersen (Asger Jorn, en biografi, Arene 1914-1953, Borgen, 1994), και την εξαιρετική μελέτη τού Peter Shield (Comparative Vandalism. Asger Jorn and the artistic attitude to life, Borgen/Ashgate, 1998) με θέμα τη φιλοσοφία που διαμόρφωσε ο Γιόρν κατά τη δεκαετία τού 1960.
Σ' αυτήν τη μελέτη θα στηριχτούμε σε μεγάλο βαθμό γι' αυτήν εδώ τη σύντομη παρουσίαση, την οποία κρίναμε αναγκαία τόσο επειδή το έργο τού Γιόρν παραμένει ουσιαστικά άγνωστο στην Ελλάδα όσο κι επειδή εδώ προτείνει ένα ριζικό φιλοσοφικό αναπροσανατολισμό, που δεν μπορεί να κατανοηθεί αν δεν φωτιστούν κάπως οι προϋποθέσεις του.

Το Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, γραμμένο από τον ίδιο στα γαλλικά (και διορθωμένο από τον Jean-Jacques Rock), ήταν η συνεισφορά τού Γιόρν σ' ένα συλλογικό έργο, το Signes gravιs sur les ιglises de l' Eure et du Calvados [Σημεία χαραγμένα πάνω στις εκκλησίες τού Eure και τού Calavados], εκδ. Borgen, 1964. Το θέμα αυτού τού βιβλίου δεν ήταν τυχαίο. Αφορούσε σε σχέδια και μορφές που είναι χαραγμένα (ακιδογραφήματα-?γκραφίτι?) πάνω στους τοίχους εκκλησιών τής Νορμανδίας, μιάς περιοχής τής Γαλλίας με έντονη την ιστορική παρουσία τού σκανδιναβικού στοιχείου. Τυχαία δεν ήταν ούτε η επιλογή τών υπόλοιπων συνεργατών τού βιβλίου: οι καθηγητές Glob, Gjessing, de Bouard και Rιau, από τη Δανία και τη Γαλλία αντίστοιχα, έδιναν τις δικές τους ερμηνείες παρουσιάζοντας τη γαλλική και τη σκανδιναβική προσέγγιση τού ζητήματος.

Το κείμενο τού Γιόρν ξεκινά σαν μια απάντηση στην άποψη τού Λουί Ρεώ για τον "ηλίθιο βανδαλισμό", τον οποίο, κατά τον Γάλλο θεωρητικό τής βανδαλισμολογίας, εκφράζουν τέτοιου είδους χαράγματα πάνω σε ιστορικά μνημεία. Μέσ' από αυτή την απάντηση ο Γιόρν βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο.
Καταγγέλλει την τυφλή προκατάληψη εναντίον τών λαών τής Μεγάλης Μετανάστευσης, η οποία επί αιώνες μεταφέρεται από γενιά σε γενιά μέσ' από μια λέξη-ταμπού, τη λέξη "βάνδαλοι", που ήταν τ' όνομα ενός από εκείνους τούς βόρειους λαούς. Αναδεικνύει τον ιδιαίτερο πολιτισμικό πλούτο αυτών τών λαών. Φανερώνει το γεγονός οτι, στο βάθος τού προβλήματος, βρίσκεται η παραγνωρισμένη ή και αποσιωπημένη διαφορά αντίληψης τής ζωής μεταξύ τών λαών τού ευρωπαϊκού Βορρά και τής "λατινικής" Ευρώπης. Εντοπίζει αυτή τη διαφορά στη διαφορετική σύλληψη τού Χρόνου (τον οποίον οι ευρωπαϊκές γλώσσες διαιρούν σε παρελθόν, παρόν και μέλλον) και σε μια σειρά περαιτέρω πολιτισμικών ιδιοπροσωπειών, που αφορούν στο πεδίο τής φιλοσοφίας, τής ηθικής, τής αισθητικής, τής σημειολογίας, τής οικονομίας και τής πολιτικής. Υποδεικνύει οτι, για το σύνολο τού ευρωπαϊκού κόσμου, αυτές οι διαφορές συμπυκώνονται σε τρεις απερίσταλτες πολιτισμικές δομές: τη "νορδική" (από το nordique: βόρειος), τη "λατινική" και τη "ρωσοβυζαντινή". Υπογραμμίζει οτι οι εκάστοτε, ανά δύο πάντοτε, "συμπαιγνίες" μεταξύ αυτών τών δομών κάνουν το τραγικό σφάλμα να αποπέμπουν την τρίτη, κι εδώ προβλέπει με εξαιρετική ακρίβεια, σαράντα χρόνια πριν, τις τραγικές και άκρως επικίνδυνες εξελίξεις που παρατηρούμε σήμερα στον ευρύτερο χώρο τής Μέσης Ανατολής. Τέλος, προτείνει μια νέα μέθοδο σκέψης και πρακτικής προσέγγισης, την ?τριλεκτική?, η οποία λαμβάνει πλέον υπ' όψη της και τούς τρεις παίκτες τού ιστορικού και πολιτισμικού παιχνιδιού.

*

Τα Signes gravιs, εμπλουτισμένα με πολλές εικόνες και φωτογραφίες, εκδόθηκαν το 1963 με τις φροντίδες τού Σκανδιναβικού Ινστιτούτου Συγκριτικού Βανδαλισμού(SISV), το οποίο ίδρυσε ο Γιόρν στην πατρίδα του το Νοέμβριο τού 1961 αποχωρώντας από την Καταστασιακή Διεθνή (Internationale Situationniste). Όπως και στις προηγούμενες οργανωτικές απόπειρές του, στόχος του ήταν να δημιουργήσει ένα μη-ακαδημαϊκό αλλά ωστόσο απολύτως σοβαρό πλαίσιο έρευνας.
Γιατί όμως "συγκριτικού βανδαλισμού"; Ο Άτκινς θεωρεί πως η επιλογή αυτού τού ελάχιστα αισθητικού τίτλου είχε να κάνει με την επιδίωξη τού Γιόρν ν' αποθαρρύνει ευθύς εξαρχής τούς ?φιλότεχνους?, ειδικά κατά την εποχή εκείνη που είχε αρχίσει να κερδίζει μια διεθνή αναγνώριση ως καλλιτέχνης. Υπήρχε όμως και κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: "Ο καλλιτέχνης", έγραφε ο Γιόρν, "είναι ακαλλιέργητος και απολίτιστος. Πρέπει πάντοτε να ξεκινά από την αρχή, σαν να μην υπήρξε τίποτα προηγουμένως, και αν η τέχνη εξακολουθεί να έχει κάποιο νόημα αυτό συμβαίνει επειδή η ανθρωπότητα παραμένει ίδια. Αν δεν καταλαβαίνουμε μια δογματική διαμάχη τού 4ου αιώνα, μπορούμε ωστόσο να είμαστε βέβαιοι για ένα πράγμα: εκείνοι οι άνθρωποι δεν ήταν περισσότερο ανόητοι από εμάς. Αυτό αρχίζουμε σιγά-σιγά να το κατανοούμε σχετικά με όλες τις φυλές επι τής Γης, είτε αποκαλούνται υπανάπτυκτες είτε υπερανεπτυγμένες. Δεν ήταν περισσότερο ανόητες από μάς. Συνεπώς οι απόψεις τους είναι εξίσου ενδιαφέρουσες με τις δικές μας και μάλιστα είναι ενδιαφέρουσες ακριβώς όταν συσχετίζονται με τις δικές μας. Αυτό το ενδιαφέρον, σε συνδυασμό με μια διεύρυνση τής προσοχής μας - όπως έκανε η μοντέρνα τέχνη στη διάρκεια τού αιώνα μας -, επιδρά ανατρεπτικά πάνω στο καλούπωμα τής πνευματικής ζωής και αυτή τη δράση θέλω ν' αποκαλώ συγκριτικό βανδαλισμό".

Στόχος τού SISV ήταν λοιπόν, κατ' αρχήν, να μελετήσει την κουλτούρα τών Βόρειων λαών τής Μεγάλης Μετανάστευσης και την επίδρασή της παντού όπου αυτή εκδηλώθηκε στην Ευρώπη και τη λεκάνη τής Μεσογείου, ώστε να τη συσχετίσει με τις δικές μας, "σύγχρονες" ιδέες. Αυτό το ενδιαφέρον τού Γιόρν για το λαό και τις παραδόσεις τού τόπου του δεν ήταν όψιμο. Από την εποχή τής επιθεώρησης Helhensten, το 1941, ενδιαφερόταν για την εθνολογία, τη λαογραφία και την αρχαιολογία, ενώ σε όλη τη δεκαετία τού 1950 δεν είχε πάψει ν' αποτυπώνει στα καλλιτεχνήματά του την αγάπη του για την τέχνη τών Βίκινγκς. Μονίμως φρόντιζε ν' ανατρέχει στις "νορδικές" αναφορές τής σκέψης και τού έργου του (από τον Σέρεν Κίρκεγκωρ και τον N.F.S. Grundtvig έως τον Jens Jensen και τον Niels Bohr), και να τις αναδεικνύει. Παρ' όλα αυτά, όπως θα δούμε κι εδώ, είχε επίγνωση τών ορίων τής νορδικής κουλτούρας και τής ανάγκης για μια συνάντησή της με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Αλλά και το ενδιαφέρον του για τον ευρύτερο Ευρωπαϊκό πολιτισμό δεν ήταν όψιμο. Στο Περί Μορφής, ανθολογία άρθρων του μεταξύ 1952-1957 (στα ελληνικά, εκδόσεις Νησίδες, 2002), μπορούμε να δούμε την αγωνία του μπροστά στη διαφαινόμενη απονέκρωση αυτού τού πολιτισμού: "Μπορούμε άραγε",αναρωτιέται, "να ξεπεράσουμε τις παλιές μας δόξες, τα παλιά μας εγκλήματα, και ν' αναγεννήσουμε το ευρωπαϊκό πνεύμα σε μια νέα συναρπαστική βάση; Ή μήπως έχουμε καταντήσει ένας λαός εξαντλημένος και ξεπερασμένος, μουσείο για τούς αρχαιολάτρες τουρίστες;". Παρ' όλα αυτά, δεν έπαυε ποτέ να διαδηλώνει με κάθε τρόπο τη ριζική αντίθεσή του στην ιδέα μιάς Ενωμένης Ευρώπης, στο βαθμό που διέβλεπε οτι η "ευρωκρατική" ιδέα θ' ακολουθούσε το αυθαίρετο, εξαιρετικά εύθραυστο κι επικίνδυνο πρότυπο τής Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας:"Ευρωκρατία είναι η εγκαθίδρυση μιάς κοινής στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής δομής στη Δυτική Ευρώπη, την οποία έχουν σχεδιάσει με βάση τα κλασικά Λατινικά πρότυπα. Στα πρότυπα αυτά είναι αδύνατον να ληφθεί υπ' όψη ο εκσυγχρονισμός τής κοινοτικής δομής, ο οποίος έλαβε χώρα στις Σκανδιναβικές χώρες κατά τον προηγούμενο αιώνα, κι ακόμα λιγότερο οι αρχαίες νόρμες δράσης και τα έθιμα τού Βορρά".

Ο Γιόρν δεν ήταν λοιπόν ακριβώς ούτε "νορδιστής", ούτε "ευρωπαϊστής". Δεν εγκλωβιζόταν σε ψευδείς αντιπαραθέσεις. "Η λαϊκή τέχνη", έγραφε χαρακτηριστικά το 1950 στην επιθεώρηση τής ομάδας Cobra, "είναι η τέχνη τού λαού όλης τής οικουμένης. Δεν υπάρχει καθαρά εθνική τέχνη. Ο εθνικός χαρακτήρας δεν είναι παρά μια παραλλαγή τού κοινού θέματος. Η λαϊκή τέχνη είναι η έκφραση τής ελευθερίας τού λαού. Όταν ένας λαός χάνει την ελευθερία του, χάνει και την εθνική του τέχνη. Όταν ο καπιταλιστικός βιομηχανισμός υπερισχύει και η λαϊκή τέχνη διαθέτει πλέον μόνο τα ουρητήρια για να εκφράζεται ελεύθερα, τότε μεταναστεύει. Ο Πικάσο και άλλοι ισπανοί ζωγράφοι μάς έδειξαν οτι ένας καλλιτέχνης μπορεί κάλλιστα να ζει στην εξορία χωρίς να χάνει τον εθνικό του χαρακτήρα. Μόνον ο καλλιτέχνης που διαθέτει οικουμενικό πνεύμα, αντλεί την έμπνευσή του από τη λαϊκή τέχνη».
Μέσ' από αυτή τη στενή σχέση του με τη λαϊκή κουλτούρα άλλωστε, όχι μόνο θ' αντιταχθεί στην υπερβολικά πολιτική οπτική τού Γκυ Ντεμπόρ (ο οποίος οραματίστηκε ένα "ξεπέρασμα τής τέχνης" ουσιαστικά από την πολιτική), αλλά και θα ξαναβάλει εδώ σε συζήτηση το πρόβλημα τών σχέσεων μεταξύ κουλτούρας και πολιτισμού. Εάν ο πολιτισμός αφορά πρωταρχικά στην πολιτική, δηλαδή στη συγκρότηση Πόλεως, ποιά είναι η σχέση του με την κουλτούρα, η οποία αφορά στα .ήθη και τα έθιμα;
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον οτι ο Γιόρν, ενώ υποστηρίζει πως ο πολιτισμός προηγείται ιστορικά τής κουλτούρας, δεν παρασέρνεται από τη σημερινή έμφαση στον πρώτο ούτε επιδοκιμάζει άκριτα την αντιπαραδοσιακή πολιτιστική στάση. Αντίθετα, εδώ τονίζει: "Η άνθιση που τείνει να γεννήσει αυτή η εξέλιξη ολοκληρώνεται μόνον εφόσον εκείνος που μετέχει σ' αυτήν, αποδέχεται την αξία μιάς κεφαλαιώδους κληρονομιάς, τής κληρονομιάς τών γεροντότερων, τών συνηθειών, τών ηθών και τών εθίμων. Η απόρριψη όλων αυτών, που δεν είναι παρά μια πράξη ψευδούς ελευθερίας, έχει ολέθρια καταστροφικές συνέπειες. Αυτό μάς το μαρτυρούν δυσοίωνα οι Λατινικές κουλτούρες, που σήμερα έχουν αποσπαστεί από τη ζωή".
Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να εξετάσουμε κατά πόσον αυτή η, οπωσδήποτε σοφή, στάση του απηχεί μια ιστορική παράδοση τών Βόρειων λαών, που επί αιώνες μετά τον "εκπολιτισμό" τους από τούς Ρωμαίους διατηρούσαν το εθιμικό Δίκαιό τους παράλληλα με το ρωμαϊκό πολιτικό Δίκαιο (σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που, όμως αναφέρει ο Νόρμαν Κον στο κλασικό πλέον έργο του για τον ιστορικό επαναστατικό χιλιασμό, ένα από τα αίτια τού "Πολέμου τών Χωρικών" ήταν η απόπειρα τής κεντρικής εξουσίας να καταργήσει το εθιμικό Δίκαιο). Όπως εξαιρετικό ενδιαφέρον θα είχε να δούμε κατά πόσον η τυπικά νεωτερική συσκότιση πάνω στις σχέσεις μεταξύ κουλτούρας και πολιτισμού έχει να κάνει με την ιστορική αποτυχία τής Δύσης να συνδυάσει το λαϊκό με το λόγιο στοιχείο, όπως το επισήμανε έξοχα, ήδη το 1950, ο Κώστας Παπαϊωάννου στο μέχρι πρόσφατα αδημοσίευτο αριστούργημά του Μάζα και Ιστορία (Εναλλακτικές εκδόσεις).
Γεγονός είναι οτι ο Γιόρν υπήρξε ένας αληθινά καλλιεργημένος και πολιτικοποιημένος άνθρωπος. Σε όλη του τη ζωή άλλωστε κινήθηκε με άνεση από τη Σκανδιναβία και τις Κάτω Χώρες έως τη Γαλλία και την Ιταλία, κι από νωρίς φάνηκε να συνειδητοποιεί τις πολιτισμικές διαφορές στο εσωτερικό τής Ευρώπης και την ανάγκη για μια ειλικρινή ανάδειξη και αντιμετώπισή τους για το κοινό καλό. Είναι σαφές οτι μέσ' από αυτή τη σύνθετη πορεία, κατά την οποία δεν δίσταζε ποτέ να συνδιαλέγεται με θέσεις εντελώς αντίθετες από τις δικές του, οδηγήθηκε στη διατύπωση τής Τριλεκτικής μεθόδου, την οποία - προσδίνοντας στην έννοια "κατάσταση" (situation) ένα εύρος και μια βαθύτητα που ξεπερνούσε κατά πολύ τούς καταστασιακούς πρώην συντρόφους του - πρότεινε ως "τη θεωρία τής αναγκαίας και επαρκούς ύπαρξης τριών συμπληρωματικών πηγών πληροφόρησης για την περιγραφή αυτού που αποκαλούμε κατάσταση".
Θα πρέπει λοιπόν να θεωρήσουμε βέβαιο οτι η "τριλεκτική" σύλληψη τού Γιόρν γεννήθηκε μέσ' απόαυτή τη βαθιά καλλιέργειά του και την αναζήτησή του μιάς ουσιαστικής συμφιλίωσης.

*

Μια πρώτη διαίσθησή του τής "τριλεκτικής" ανιχνεύουμε στις σκέψεις που διατύπωνε ήδη κατά τα τέλη τής δεκαετίας τού 1940, όταν μετείχε στη σκανδιναβική καλλιτεχνική ομάδα Spirale (Σπείρα): "Αν θέλει κανείς να πετύχει την κίνηση ή το δυναμικό περιεχόμενο, φαίνεται οτι πρέπει να συλλάβει τη συμπληρωματικότητα σαν τριμερή και όχι διμερή, σαν τρίλογο μάλλον παρά σαν διάλογο"(Levende Kultur. Et studie I kulturens relativitet, 1948).
Στα επόμενα χρόνια μεταφέρει όλο και περισσότερο τη δραστηριότητά του στη Γαλλία και την Ιταλία, κι εδώ διαπιστώνει, ως καλλιτέχνης, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην τέχνη τού τόπου του και τη "λατινική" τέχνη, την οποία συνόψισε το 1965 ως εξής: "Η σκανδιναβική τέχνη (...) έχει ατμόσφαιρα και δουλεύει μάλλον πάνω στην αίσθηση τής ατμόσφαιρας παρά πάνω στη λογική κατανόηση (...) Αντίθετα από τη λατινική τέχνη, που στηρίζεται στην τάξη και τη συμμετρία, η σκανδιναβική τέχνη δεν ενδιαφέρεται ούτε για την τάξη ούτε για τη συμμετρία".
Από την άλλη μεριά, ως ζωγράφος, γνώριζε εκ πείρας το "τριλεκτικό" παιχνίδι τών τριών βασικών χρωμάτων (κόκκινο-κίτρινο-μπλε): η μείξη τών δύο από αυτά (π.χ. κίτρινο-μπλε) φτιάχνει ένα χρώμα (πράσινο) που είναι το "συμπληρωματικά αντίθετο" τού τρίτου (κόκκινου). Το ενδιαφέρον εδώ είναι οτι η μείξη δύο συμπληρωματικά αντίθετων χρωμάτων δεν παράγει ένα νέο χρώμα αλλά, πάντοτε, ένα ομοιόμορφο γκρί, μια χρωματική αλληλοεκμηδένιση, ένα χρωματικό "θάνατο" θα λέγαμε, υποδεικνύοντας έτσι ένα όριο τής κλασικής διαλεκτικής κατά την οποία η συνάντηση τών αντιθέτων (θέση-αντίθεση) υποτίθεται οτι παράγει πάντοτε μια ανώτερη σύνθεση.

Θα πρέπει να επιμείνουμε στο γεγονός οτι η κριτική τής κλασικής διαλεκτικής αποτέλεσε από νωρίς μια από τις μέριμνες τού Γιόρν, όπως άλλωστε μαρτυρούν τα άρθρα στο Περί Μορφής. Αλλά εδώ προχωράει ακόμα μακρύτερα αυτή την κριτική. Χωρίς να απορρίπτει τη διαλεκτική σύλληψη γενικά, κατανοεί οτι η ιδέα τής διαλεκτικής σύγκρουσης τών αντιθέτων δεν μπορεί να είναι η κινητήρια μέθοδος ενός ανώτερου πολιτισμού. Κι αυτό όχι μόνον επειδή είναι εξωπραγματική η ελπίδα οτι μέσ' από αυτή τη σύγκρουση παράγεται μια "ανώτερη σύνθεση" αλλά κι επειδή η διαλεκτική μυθοποιεί τη σύγκρουση.
Γράφει εδώ: "Τι συμβαίνει όταν, αφού τελειώσει η μάχη, εξοντώνεται ο ένας από τους πρωταγωνιστές της; Και μάλιστα όταν εξοντώνεται εκείνο από τα τρία στοιχεία, που αντιμετώπιζε μόνο του την ομάδα τών δυο άλλων; Ένα σχίσμα παράγεται ευθύς ανάμεσα στις δυο πλευρές, που η ένωσή τους ενάντια σ' ένα κοινό αντίπαλο είχε προηγουμένως δημιουργήσει έναν ανταγωνισμό στο επίπεδο τής ενεργού πραγματικότητας. Η εκτόνωση τής πόλωσης, πολώνει τούς δυο πρώην συμμάχους και τότε αρχίζει μια πάλη για την ιδιοποίηση τών διαθέσιμων πλέον αγαθών τού ηττημένου". Κι ακόμη, μια ανάσα θα λέγαμε από τη "θυματική θεωρία" τού Ρενέ Ζιράρ, υπογραμμίζει: "Σε κάθε σύγκρουση υπάρχουν πάντοτε τρία στοιχεία, από τα οποία μόνον ένα παίζει (στο ψυχολογικό επίπεδο) το ρόλο τού θύματος".
Η αλήθεια είναι οτι οι "πατέρες" τής διαλεκτικής γνώριζαν πως η Διαλεκτική δεν συνταυτίζεται καθόλου, όπως συχνά νομίζεται ή προπαγανδίζεται, με τη "διαλλακτικότητα", τη "συζήτηση" και την "ευγενή ανταλλαγή απόψεων". Τόσο ο Ηράκλειτος, με το "πόλεμος πατήρ πάντων", όσο και ο Χέγκελ, με τη διαλεκτική Κυρίου-Δούλου, γνώριζαν καλά πως η Διαλεκτική ριζώνει στη βία. Ωστόσο δεν γνώριζαν πώς θα μπορούσε να κλείσει ο κύκλος τού αίματος. Στον μεν πρώτο ο "ξυνός λόγος" ακούγεται τελικά μάλλον σαν ευχή, ο δε δεύτερος, συνειδητοποιώντας το ριζικό ιστορικό αδιέξοδο τής θανάσιμης πάλης μεταξύ Κυρίου και Δούλου, κατέληξε να προτείνει σαν ρεαλιστική διέξοδο μια αποθέωση τού Κράτους - ιδέα που βρίσκεται στη βάση όλων τών σύγχρονων προτάσεων και τών τεράστιων προβλημάτων τους.
Ο Γιόρν δεν μπορεί να υιοθετήσει αυτές τις αναπόφευκτες προτάσεις τής διαλεκτικής μεθόδου. Η ανησυχία του πάνω στην ανθρώπινη μοίρα είναι βαθύτατη και δεν ικανοποιείται με τις αυταπάτες τής διαλεκτικής: "Είναι μάλλον βέβαιο πως τα πνεύματα που προέρχονται από διαφορετικές κοιτίδες δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να έρθουν σε αμοιβαία κατανόηση. Ακόμα πιο απίθανη φαίνεται η άνθιση ενός τέτοιου ρεύματος αλληλοκατανόησης πριν καταληφθούν από αμοιβαία τυφλή εχθρότητα και αμείλικτη αδιαλλαξία. Παρ' ό,τι όμως οι πιθανότητες μιάς ορθολογικής και ακριβούς μελέτης φαίνονται δραματικά ελάχιστες, η καρδιά μου δεν το βάζει κάτω. Αντίθετα, εδώ ακριβώς ελπίζω ακούραστα να ηττηθεί το μοιραίο".
Μια εντελώς άλλη μέθοδος και πνευματική στάση απέναντι στα πράγματα τού φαίνεται απολύτως αναγκαία.

*

Μέσ' από αυτή την κριτική απόπειρα γνώρισε λοιπόν, και βρήκε εξαιρετικά ενδιαφέροντα, κάποια νοητικά σχήματα που ξέφευγαν από την κλασική διαλεκτική αντίληψη. Aπ' ό,τι δείχνουν τα γραπτά του στις αρχές τής δεκαετίας τού 1950, ήταν ήδη εξοικειωμένος με τα τριμερή ή τριχοτομικά σχήματα τού Κίρκεγκωρ (παθητική αισθητική στάση-ενεργός ηθική στάση-υποκειμενική θρησκευτική στάση), τού φιλοσόφου τών επιστημών C.S. Peirce (ηθική-αισθητική-λογική κανονιστική επιστήμη) ή τής φιλοσόφου Suzanne K. Langer (σύμβολο-σημείο-σύμπτωμα).
Λίγο αργότερα κατά την ίδια δεκαετία, τόνιζε στο Περί Μορφής: "Δύο φιλοσοφικά συστήματα κυριαρχούν στη νεωτερική ζωή: η διαλεκτική, με αφετηρία τη φιλοσοφία τού Χέγκελ, και η φαινομενολογία, που προέρχεται από την πειραματική μέθοδο. Αυτές οι δύο ασυμφιλίωτες και αντίθετες μεταξύ τους φιλοσοφίες απορρέουν από την αρχαία κλασική φιλοσοφία και αποτελούν τις ιδεολογίες τού σοσιαλισμού και τού αμερικάνικου πραγματισμού".
Χωρίς να παραγνωρίζει την αξία καθενός από αυτά τα δύο φιλοσοφικά συστήματα, ο Γιόρν θεωρούσε αναγκαίο να βρεθεί ένας τρόπος όχι σύνθεσης αλλά συνδυασμούτους: "Στόχος αυτού τού βιβλίου", τόνιζε στον πρόλογο τού Περί Μορφής, "ήταν (...) να δείξουμε το δρόμο που οφείλουμε ν' ακολουθήσουμε ώστε να συνδυάσουμε τη διαλεκτική στάση με την πειραματική στάση". Η πρωτοβουλία του να συναντήσει τούς νεαρούς Γάλλους λετριστές, να τούς καλέσει (μαζί με τον Giuseppe Pinot-Galizio) στο "Συνέδριο τής Άλμπα" το 1956 και να συμμετάσχει στην ίδρυση τής Καταστασιακής Διεθνούς την επόμενη χρονιά, πήγαζε από την ελπίδα του να βρει τη σκέψη και την πράξη αυτού ακριβώς τού συνδυασμού .
Υπάρχει όμως δυνατότητα ενός τέτοιου συνδυασμού; Ή μήπως αυτά τα δύο φιλοσοφικά συστήματα αφορούν σε δύο εντελώς ασύμπτωτους τρόπους σκέψης;

*

Αναζητώντας την απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, κατά τα τέλη τής δεκαετίας τού 1950 ο Γιόρν μελέτησε τη λεγόμενη "ερμηνεία τής Κοπεγχάγης" ενός άλλου μεγάλου συμπατριώτη του, τού φυσικού Νιλς Μπορ. Μελετώντας την "κατάρρευση" τής κυματοσυνάρτησης κατά τη στιγμή τής παρατήρησης, ο Μπορ πρότεινε μια νέα επιστημονική φιλοσοφία εισάγοντας τη θεωρία τής συμπληρωματικότητας. Μήπως η διαλεκτική και η πειραματική μέθοδος θα έπρεπε να θεωρηθούν συμπληρωματικές;
Η προσέγγιση τού Μπορ δεν ικανοποιούσε τον Γιόρν. Το 1960 επισημαίνει την "έλλειψη συνέπειας στις θεωρίες τού Νιλς Μπορ" και το 1962, στην πρώτη έκθεσή του προς το SISV, αποσαφηνίζει: "Νόμος σημαίνει συσχέτιση, κι αυτό που πανικοβάλλει τη φιλοσοφία είναι οτι ο νόμος τού Μπορ είναι ο νόμος τής απουσίας συσχέτισης, ο νόμος τής ασυμβατότητας, ο νόμος τού διαχωρισμού, ένας νόμος αντι-νόμος ή αν θέλετε μια αντι-φιλοσοφική αξιωματική αρχή με φιλοσοφικές συνέπειες. Συνεπώς, μια νέα ενότητα τών αντιθέσεων, μια θεωρία τής δυσυμμετρίας. Οι φιλοσοφικές συνέπειες τής ερμηνείας τής Κοπεγχάγης είναι οι εξής: είτε θα πρέπει ν' αποδεχτούμε οτι δεν είναι πλέον δυνατόν να εγκαθιδρύσουμε μια φιλοσοφία, είτε θα πρέπει να δεχτούμε την αναγκαιότητα τής ταυτόχρονης παρουσίας πολλών συμπληρωματικοτήτων ή αλληλοαποκλειόμενων αλλά ίσης ισχύος φιλοσοφικών συστημάτων, αξιωματικών αρχών ή τάσεων. Μόνον αυτή η δεύτερη εκδοχή δίνει στη φιλοσοφία νέες δυνατότητες ύπαρξης. Παρ' όλα αυτά, εάν θέλει κανείς να προχωρήσει σ' αυτή την κατεύθυνση ακολουθώντας την αξιωματική αρχή τού Μπορ, σύντομα αντιλαμβάνεται οτι δεν οδηγείται πουθενά. Αν ωστόσο επιμένει, τότε μπορεί να τα καταφέρει αλλά μόνο μέσω μιάς κριτικής τής ερμηνείας τής Κοπεγχάγης. Επειδή όμως η ερμηνεία τής Κοπεγχάγης στηρίζεται σε επιστημονικές βάσεις, μια καθαρά φιλοσοφική κριτική της δεν μπορεί να οδηγήσει σε κανένα πόρισμα. Μπορεί μόνο να ισχυριστεί οτι εντοπίζει σε αυτήν ορισμένες ελλείψεις, κάτι το ανολοκλήρωτο τόσο στο λογικό όσο και στο καθαρά εμπειρικό πεδίο" (Naturens orden).
Ο Γιόρν εντοπίζει μια τέτοια έλλειψη κατ' αρχήν στον ίδιο το δυισμό τής θεωρίας τού σωματιδίου-κύματος. Γράφει: "Θεωρώ απαραίτητη μια τρίτη ερμηνεία τού φωτός, εντελώς ανεξάρτητη από την κυματική θεωρία και από τη θεωρία τού σωματιδίου, δηλαδή μια τρίτη συμπληρωματική θεωρία τού φωτός, μια θεωρία τής εικαστικής μορφής τού φωτός. Έχω δύο λόγους γι' αυτό. Ο ένας είναι λογικής φύσεως και στηρίζεται στη διαπίστωση οτι κάθε συμπληρωματική σχέση πρέπει να είναι τουλάχιστον τριαδική και δεν μπορεί να θεμελιωθεί πάνω σ' ένα καθαρά δυιστικό σύστημα. Διότι στις δύο συμπληρωματικές περιγραφές ενός φαινομένου αγνοείται πάντοτε μια τρίτη περιγραφή, που είναι αναγκαία για να έχουμε μια επαρκή ή πλήρη περιγραφή. Με άλλα λόγια, οι τρείς περιγραφές σχηματίζουν μια ενότητα και έτσι μπορούμε να τις προσπελάσουμε φιλοσοφικά"(στο ίδιο). Ο άλλος από αυτούς τούς δύο λόγους ήταν η ίδια η δομή τής όρασης, την οποία θεωρούσε συμπληρωματική προς τη δομή τών επιστημονικών οργάνων μέσω τών οποίων προσδιορίζουμε την κυματική και τη σωματιδιακή λειτουργία τού φωτός.
Από την άλλη, η "ερμηνεία τής Κοπεγχάγης" δεν διέθετε μια νέα επιστημονική γλώσσα ικανή να περιγράψει τις νέες ιδέες. Κατά τον Γιόρν, ο Heisenberg έσφαλε απόλυτα και ασυγχώρητα όταν υποστήριζε πως "δεν μπορούμε ούτε πρέπει ν' αντικαταστήσουμε [τις έννοιες τής κλασικής φυσικής] από οιεσδήποτε άλλες"(Χάιζενμπεργκ, Physics and Philosophy, Λονδίνο, Penguin, 1989). "Εναντίον τού ισχυρισμού τού Μπορ και τού Χάιζενμπεργκ", έγραφε στο Naturens Orden,"παραθέτω την ακόλουθη θέση τού επιστήμονα C.D. Darlington: ‘Συχνά η επιστημονική ανακάλυψη θεωρείται, βεβιασμένα, σαν δημιουργία κάποιας νέας γνώσης, η οποία μπορεί να προστεθεί στο κυρίως σώμα τής παλιάς γνώσης. Αυτό ισχύει μόνο για τις καθαρά δευτερεύουσες ανακαλύψεις. Δεν ισχύει όμως για τις θεμελιώδεις ανακαλύψεις όπως αυτή τών νόμων τής Μηχανικής, τών χημικών ενώσεων ή τής εξέλιξης, από τις οποίες εξαρτάται τελικώς η επιστημονική πρόοδος. Διότι αυτές οι ανακαλύψεις επιβάλλουν την καταστροφή ή την αποδόμηση τής παλιάς γνώσης πριν μπορέσει να δημιουργηθεί η νέα'. Ο Νιλς Μπορ δεν έκανε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Έκανε κάτι τρίτο, έπλασε το ‘και τα δυό'. Αυτή η λύση έχει ίσως μια προσωρινή αξία, διότι έτσι το πρόβλημα απωθείται και δίνεται χρόνος για να ωριμάσει. Δεν μπορεί όμως να είναι η οριστική λύση. Είναι απλώς μια συμφωνία να αγνοήσουμε ένα φάσμα κρίσιμων προβλημάτων, τα οποία αναδύονται βαθμιαία αλλά με δύναμη, καλώντας μας να τα προσέξουμε".
Ο Γιόρν θεωρεί λοιπόν την κβαντική ιδέα τής συμπληρωματικότητας σημαντική μεν, αλλά ανεπαρκή. Δεν αρκεί να θεωρήσει κανείς συμπληρωματικές τη διαλεκτική και την πειραματική μέθοδο: "Το παράδοξο τών συμπληρωματικών καταστάσεων φαίνεται οτι μπορεί να ερμηνευθεί ως εξής: έχετε ένα κιβώτιο και θέλετε να το τοποθετήσετε σ' ένα ράφι, αλλά δεν μπορείτε να φτάσετε το ράφι αν δεν σκερφαλώσετε πάνω στο κιβώτιο. Δεν μπορείτε λοιπόν να έχετε ταυτόχρονα και το κιβώτιο και το ράφι. Αλλά αυτές οι δύο πράξεις δεν συνιστούν απλώς αλληλοαποκλειόμενες καταστάσεις. Είναι και αντίθετες (...) Ο Μπορ δεν ανακάλυψε οτι το όργανο δεν είναι ούτε υποκείμενο, ούτε αντικείμενο. Ανακάλυψε οτι αλληλοεξουδετερώνονται (...) Η αρχή τής διαλεκτικής αντίφασης περικλείει την αρχή τής συμπληρωματικότητας κι επικρατεί πάνω της"(Κριτική τής οικονομικής πολιτικής, βλ. την ανθολογία "Το Αισθητικό και το Πολιτικό", εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος). Με άλλα λόγια, αν δεν αναδειχθεί ένας τρίτος παράγοντας, εντελώς διάφορος από τις δύο συμπληρωματικές πλευρές, τότε η αρχή τής συμπληρωματικότητας υποσκελίζεται από την αρχή τής διαλεκτικής αντίθεσης και χάνει την αξία της.

*

Μια νέα γλώσσα, μια νέα ερμηνεία, ήταν λοιπόν απαραίτητη. Αυτή τη νέα ερμηνεία ονόμασε "ερμηνεία τού Σίλκεμποργκ"(από το όνομα τού γενέθλιου τόπου του), και την πρότεινε σαν μια νέα περιγραφή τού κόσμου, μια νέα σύλληψη τού αληθούς.
Ο Γιόρν έχει ήδη προσδιορίσει τρία είδη αλήθειας. Την "υποκειμενική ή ιδεώδη αλήθεια", την "εμπειρική ή αντικειμενική αλήθεια" και τη "φυσική αλήθεια". Η πρώτη αντιστοιχεί στο αντι-επιστημονικό αλλά εντελώς ανθρώπινο "πες μου τι ονειρεύεσαι και θα σού πω ποιός είσαι". Η δεύτερη, στην αντικειμενική-εμπειρική επίγνωση "αυτού που υπήρξε". Παρά την εμφανή αντίθεσή τους, καμμιά από αυτές τις δύο αλήθειες δεν μπορεί να θεωρηθεί υποδεέστερη ή λιγότερο αναγκαία από την άλλη για τον άνθρωπο. Αλλά η πλήρης αλήθειά τους δεν μπορεί να φανερωθεί παρά με τη σύλληψη μιάς τρίτης αλήθειας, τής "φυσικής αλήθειας", που είναι "η αλήθεια τής υποκειμενικής αντικειμενικότητας, η ενεργός ύπαρξη τού πειραματιζόμενου και συνειδητού υποκειμένου στο παρόν, η αλήθεια τής συμπαθητικής ενόρασης (sympathetic insight), η αλήθεια τής φυσικότητας ή υγεία" (Naturens orden).
Σύμφωνα με την "ερμηνεία τού Σίλκεμποργκ" λοιπόν, η αρχή τής συμπληρωματικότητας δεν πρέπει να αφορά σε δύο αλλά σε τρείς πλευρές. Μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο δεν περικλείεται από τη διαλεκτική λογική, αλλά την περικλείει. Η "θέση-αντίθεση-σύνθεση" δεν αφορά πλέον στις συμπληρωματικές πλευρές, οι οποίες παραμένουν απερίσταλτες με την έννοια οτι η μια δεν παράγεται από την άλλη (λ.χ. τα τρία βασικά χρώματα). Αφορά στη σχέση μεταξύ τής σύντηξης τών δύο από αυτές προς την τρίτη, όπως π.χ. το πράσινο χρώμα (κίτρινο+μπλε) προς το κόκκινο.
Πώς όμως μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο όταν αναφερόμαστε σε πολιτισμικές δομές; Και ποιά νέα δυναμική μπορεί να εισάγει αυτή η σύλληψη;

Στο κρίσιμο αυτό σημείο τού φιλοσοφικού αναπροσανατολισμού του ο Γιόρν στρέφεται προς δυο ακόμα σπουδαίους συμπατριώτες του: τον Κίρκεγκωρ (στον οποίον είχε ήδη αναφερθεί εκτενώς στο Περί Μορφής) και το μεγάλο ποιητή, συγγραφέα, πάστορα και μελετητή τής νορδικής μυθολογίας και ποίησης N.F.S. Grundtvig (1783-1873).
Αντιτιθέμενος στη χεγκελιανή διαλεκτική, ο Κίρκεγκωρ είχε αναπτύξει ένα τριμερή τρόπο σκέψης, τον οποίο είχε σημειώσει ο Γιόρν. "Κατά τη γνώμη μου",επισημαίνει στο Naturens Orden, "η μεγάλη επιτυχία τού Κίρκεγκωρ στη σύγχρονη φιλοσοφία βρίσκεται στο οτι απέδειξε τη φυσική τάξη, τη φυσική πρόοδο στο σύγχρονο φιλοσοφικό τριμερισμό. Απέδειξε πως αυτό που ονομάζουμε Αισθητική δεν είναι παρά αυτό που αποκαλεί εκκίνηση ή αίτιο, δηλαδή πως η σταθερά τής Αισθητικής δεν είναι παρά η σταθερά τής εκκίνησης, ενώ η Ηθική είναι η σταθερά τής κίνησης (?) Αυτό σημαίνει οτι η Αισθητική είναι προσανατολισμός και εκπροσωπεί τη σταθερά τού προσανατολισμού, η Ηθική είναι κίνηση και εκπροσωπεί τη σταθερά τής κίνησης, ενώ η Λογική είναι ακινησία και εκπροσωπεί τη σταθερά τής ακινησίας".
Ωστόσο ο Κίρκεγκωρ εφαρμόζει λαθεμένα αυτή την τριμερή σύλληψη, διότι "δεν συλλαμβάνει αυτές τις τρεις βασικές φιλοσοφικές μορφές σαν τις σταθερές Κάλλος, Υγεία και Αλήθεια, δηλαδή ως τρεις συμπληρωματικές και ασύμπτωτες μονάδες. Τις προσανατολίζει, τις θεωρεί στάδια, κι αυτό σημαίνει οτι στην πραγματικότητα συλλαμβάνει εντελώς αισθητικά την Ηθική και τη Λογική (...), πράγμα που φαίνεται σαφώς στη μη-επιστημονική και καθαρά καλλιτεχνική αντίληψή του τής αλήθειας: συλλαμβάνει την αλήθεια σαν μια απολύτως ατομική μαρτυρία". Κατά τον Γιόρν, η προσπάθεια προσανατολισμού τών εκάστοτε τριών δεδομένων με βάση το ένα από αυτά είναι λαθεμένη, διότι υποβαθμίζει τα άλλα δύο, τα θεωρεί σαν απλά και πρόσκαιρα περάσματα προς μια "ανώτερη σύνθεση", και παραγνωρίζει το γεγονός οτι πρόκειται για τρεις απερίσταλτες μονάδες. Κοντολογίς, ένας τέτοιου είδους προσανατολισμός μάς ξαναγυρνά στην κλασική διαλεκτική και μάς απομακρύνει από την τριλεκτική σύλληψη.
Παράλληλα, μελετώντας τον Γκρούντβιχ, ο Γιόρν συνειδητοποιεί καθαρότερα τόσο την ύπαρξη σκανδιναβικών "τριάδων" όσο και τη ριζική ιδιαιτερότητα τής σκανδιναβικής κουλτούρας. Σύμφωνα με τον Γκρούντβιχ, όπως τον παραθέτει ο Γιόρν στην τέταρτη έκθεσή του προς το SISV, "η ιστορική θεώρηση εύκολα μάς διδάσκει οτι κάθε μεγάλο γεγονός περιλαμβάνει τρεις τομείς, και μάλιστα όχι μόνο με βάση το σχήμα αρχή-μέσον-τέλος, αλλά και στην πραγματική του εξέλιξη σαν πρόβλεψη ή εικασία, πάλη εναντίον κάθε λογής εμποδίων και τέλος πραγμάτωση τής πρόβλεψης. Έτσι, στη Σκανδιναβική ιστορική θεώρηση, η τριάδα τών Βορείων πρέπει να αντιστοιχεί σε αυτό. Πράγματι, αυτό υποδεικνύουν και οι λέξεις που χρησιμοποιούμε: Urd, που σημαίνει πιθανολογία, και από εδώ η Βόρεια προφητεία αποκαλείται Θρόνος τού Urd? Verdan, που σημαίνει παρακώλυση? και Skuld, που σημαίνει το αδήριτο πεπρωμένο και είναι η ανάλωση-πραγμάτωση τής Urd προφητείας όπου ενστικτωδώς απαιτούμε το τέλος να αντιστοιχεί στην εκκίνηση, ενώ το μέσον, με τα εμπόδιά του, διεγείρει την προσοχή μας και αυξάνει τη συμμετοχή μας"(Ting og Polis). Όπως θα δούμε κι εδώ, η ιδέα οτι "το τέλος (ή μέλλον) συνταυτίζεται με την αρχή (ή παρελθόν)" αποτελεί και κατά τον Γιόρν ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό τής νορδικής κουλτούρας.
Ο Γιόρν δεν αγνοεί τις μεγάλες φιλοσοφικές διαφορές μεταξύ Κίρκεγκωρ και Γκρούντβιχ. Ωστόσο δηλώνει: "Δεν θα μπορούσα ν' αρνηθώ ούτε τον ήλιο ούτε τον ίσκιο, ούτε τον Κίργκεγκωρ, ούτε τον Γκρούντβιχ". Πολύ περισσότερο, εφόσον διακρίνει μια υπόγεια ?συμμαχία? μεταξύ τους. Πράγματι, θεωρούσε τον Κίρκεγκωρ σαν νεο-δονατιστή ενώ τον Γκρούντβιχ σαν ανανεωτή τού αρειανισμού, αυτής τής χριστιανικής αίρεσης που κατά τον Γιόρν αποτελούσε θεμέλιο τής Γερμανικής κουλτούρας. Αλλά δεν αγνοούσε το γεγονός οτι οι αρειανιστές Βάνδαλοι προστάτεψαν τούς Δονατιστές τής Βορείου Αφρικής το 311 π.Χ. Πίσω από τις θεολογικές συμπαιγνίες και έριδες, ο Γιόρν διέβλεπε μια πολύ βαθύτερη και πραγματική πολιτισμική δυναμική, που αφορούσε σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια.

*

Συνειδητοποιώντας όλο και πιο καθαρά τη σκανδιναβική ιδιοπροσωπεία, ερευνά ένα πολύ ευρύτερο φάσμα ιδεών που πολύ χαρακτηριστικά απηχούν μια τριμερή σύλληψη τών πραγμάτων. Μεταξύ 1957 με 1963 μελετά τις ιδέες τού Πυθαγόρα, τον αρειανισμό, τούς νεοπλατωνικούς, τούς γνωστικούς, ακόμα και τον Γ.Ι. Γκουρτζίεφ (ο οποίος είχε διατυπώσει από τις αρχές τού αιώνα το "νόμο τού Τρία"), διαχωρίζοντας ωστόσο τη δική του τριλεκτική σύλληψη από "κάθε μυστικισμό τού αριθμού Τρία".
Έτσι, ενώ ήδη στο Περί Μορφής είχε εντοπίσει με αρκετή ευκρίνεια την ιδιαιτερότητα τής λατινικής κουλτούρας, αποσαφηνίζει τώρα την ύπαρξη τριών πολιτισμικών δομών στην Ευρώπη, στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί στην αρχή αυτής τής εισαγωγής.
Παρ' όλα αυτά, αντιμετωπίζει το πρόβλημα τού συνδυασμού μεταξύ τής τριπλής συμπληρωματικότητας και τής πολικότητας. Η τριπλή συμπληρωματικότητα φαίνεται εξαιρετικά στατική. Ο Γιόρν φαντάζεται ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι μεταξύ τριών ομάδων με τρία τέρματα! Εδώ όμως ο στόχος (η πολικότητα) τού παιχνιδιού πρέπει ν' αλλάξει σε σχέση με το κλασικό "δυιστικό" ποδόσφαιρο. Σκοπός δεν θα είναι η συμμαχία δύο από τις ομάδες να νικήσει την τρίτη, αλλά να αποφευχθεί αυτή η συμπαιγνία. Από επιθετικό, το παιχνίδι γίνεται ουσιαστικά αμυντικό και μοιάζει να χάνει το δυναμισμό του. Πώς θα μπορούσε να διατυπωθεί μια δυναμική τριλεκτική σύλληψη;

Εδώ ο Γιόρν ανακαλύπτει δύο ακόμα σημαντικούς στοχαστές. Τον ρουμανικής καταγωγής Γάλλο επιστημολόγο Stιphane Lupasco και το νεαρό Ρώσο αστρονόμο N.A. Kozyrev.
Γύρω στα 1959 ο Κόζιρεφ είχε αποδείξει τον προσανατολισμό και την ασυμμετρία τού χρόνου. Ο χρόνος πηγαίνει πάντοτε από το παρελθόν προς το μέλλον (προσανατολισμός) ενώ ταυτόχρονα, ένα χρονικό διάστημα τού παρελθόντος δεν μπορεί ποτέ να ισούται με κανένα χρονικό διάστημα τού μέλλοντος (ασυμμετρία). Παρ' όλο που αυτή η απόδειξη δεν καταργεί τη γραμμική απεικόνιση τού χρόνου, καταργεί τη σύλληψη τού χρόνου ως ενός συνεχούς που επιδέχεται ένα ομοιόμορφο κριτηρίο μέτρησης. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αποκτούν έτσι μια ιδιαίτερη και απερίσταλτη ποιότητα το καθένα, πράγμα που επιβεβαιώνει την τριλεκτική σύλληψη τού Γιόρν. Οι τρεις πολιτισμικές δομές που έχει εντοπίσει, θεμελιώνονται λοιπόν, όπως θα δούμε εδώ, και σε μια "τριλεκτική τού Χρόνου".
Από την άλλη, ο Λουπάσκο έχει ήδη από τη δεκαετία τού 1940 διατυπώσει την ιδέα ενός τριμερισμού τής ύλης (μακροφυσική-μικροφυσική-βιολογική). Επιπλέον, έχει ασκήσει και αυτός κριτική στη θεωρία τής συμπληρωματικότητας τού Μπορ, αντιπροτείνοντας την ιδέα τής "συμπληρωματικής αντίθεσης". Στις επόμενες δεκαετίες και μέχρι την εποχή που τον διαβάζει ο Γιόρν, στις αρχές τής δεκαετίας τού 1960, ο Λουπάσκο εντοπίζει δύο ακόμα "συμπληρωματικά αντίθετα" χαρακτηριστικά τής ενέργειας: την ομοιογενοποίηση (homogenιisation) και την ετερογενοποίηση (hιtιrogenιisation), την ενεργοποίηση (actualisation) και τη δυνητικοποίηση (potentialisation).
Μέσω τού Κόζιρεφ και τού Λουπάσκο ο Γιόρν βεβαιώνεται για το βάσιμο τής τριλεκτικής του, ξεκαθαρίζοντας ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο η συμπληρωματικότητα περικλείει τη διαλεκτική αντίθεση σ' ένα πιο δυναμικό σύνολο.
Για να διευκολύνουμε εδώ την κατανόηση, ας εξετάσουμε το παράδειγμα τού τριλεκτικού παιχνιδιού τού χρωματικού φάσματος. Με βάση την "ερμηνεία τού Σίλκεμποργκ", συμπληρωματικά πρέπει να θεωρούνται μόνο τα τρία βασικά χρώματα. Κανένα από αυτά δεν μπορεί να αναχθεί στα άλλα δύο, κανένα από αυτά δεν αντιτίθεται στα υπόλοιπα, κανένα από αυτά δεν παράγεται από τα άλλα δύο. Μεταξύ και τών τριών δεν τίθεται ζήτημα διαλεκτικής "θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης". Ανά δύο μπορούν βεβαίως να αναμειχθούν (κόκκινο-κίτρινο, ή κόκκινο-μπλέ, ή κίτρινο-μπλε), ωστόσο η ανάμειξή τους είναι μάλλον προϊόν σύντηξης παρά "θέσης-αντίθεσης". Κλασική διαλεκτική σχέση μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ τής σύντηξης δύο από αυτά (κίτρινο+μπλέ=πράσινο) και τού τρίτου βασικού χρώματος (κόκκινο). Γι' αυτό και στο Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός ο Γιόρν εξηγεί οτι αυτά τα χρώματα δεν πρέπει ν' αποκαλούνται συμπληρωματικά αλλά αντίθετα.
Υπάρχει όμως, όπως το έχουμε επισημάνει, το εξής παράδοξο σ' αυτή τη διαλεκτική. Η ανάμειξη ίσης ποσότητας και δύναμης πράσινου με κόκκινο δεν οδηγεί σε μια ανώτερη χρωματική σύνθεση αλλά πάντοτε σ' ένα ομοιόμορφο γκρί. Με άλλα λόγια, αν επιχειρήσουμε να εφαρμόσουμε εδώ το διαλεκτικό σχήμα "θέση-αντίθεση-σύνθεση", δεν θα οδηγηθούμε σε μια σύνθεση όπως αυτή που προσδοκούσαν ο Χέγκελ και ο Μαρξ, αλλά σ' ενός είδους αλληλοεκμηδένιση και "θάνατο".
Από την άλλη, υπάρχει ένα είδος συμπληρωματικότητας μεταξύ κόκκινου και πράσινου, αλλά σ' ένα εντελώς άλλο επίπεδο από αυτό τής ανάμειξης. Στη διακόσμηση είναι γνωστό οτι το πράσινο και το κόκκινο ?δένουν? σαν χρώματα, όχι βεβαίως αν τα αναμείξουμε αλλά εάν τα τοποθετήσουμε το ένα δίπλα στο άλλο. Αυτή τη συμπληρωματικότητα μπορούμε να την καταλάβουμε καλύτερα μέσ' από ένα απλό πείραμα. Αν συγκεντρώσουμε το βλέμμα μας για λίγη ώρα πάνω σε μια πράσινη επιφάνεια και στη συνέχεια το στρέψουμε σε μια λευκή επιφάνεια, τότε θα έχουμε την εντύπωση οτι βλέπουμε κόκκινο! Κοντολογίς, φαίνεται οτι η ενεργός παρουσία τού πράσινου δυνητικοποιεί το κόκκινο έτσι ώστε, μόλις λήξει η ενεργοποίηση τού πράσινου, να έρχεται σε ενεργό παρουσία το κόκκινο (και κανένα άλλο χρώμα).
Ο Γιόρν, χωρίς να την επιδοκιμάζει πλήρως, είχε μελετήσει τη χρωματική θεωρία τού Γκαίτε (και τού Γερμανού ζωγράφου τού 19ου αιώνα P.O. Runge), ο οποίος απέρριπτε τη νευτώνια θεωρία τού φωτός και επισήμαινε: "Έχω την εντύπωση οτι σε όλη την εξέλιξη τής επιστήμης ένας μεγάλος αριθμός παρατηρήσεων απορρίφθηκαν ή αγνοήθηκαν επειδή δεν ταίριαζαν στο λογικό πλαίσιο, το οποίο καθόριζε την ανάπτυξη μιάς αδιαμφισβήτητης ερμηνείας τών φαινομένων. Μόνον όποτε βρεθήκαμε ενώπιον δύο αδιαμφισβήτητων ερμηνειών, που και οι δύο είναι ικανοποιητικές αν και αλληλοαποκλειόμενες, μόνο τότε καταλάβαμε πως είναι αδύνατον να υπάρξει μόνο μία απολύτως αδιαμφισβήτητη ερμηνεία για το σύνολο τής επιστημονικής περιγραφής. Έτσι ανοίχτηκε ο δρόμος για να συγκεντρώσουμε αυτές τις αγνοημένες παρατηρήσεις και να διερευνήσουμε αν θα μπορούσαν και αυτές να σχηματίσουν μια ανεξάρτητη αδιαμφισβήτητη περιγραφή" (Naturens orden).
Η ιδέα τής ενεργοποίησης (actualisation) και τής δυνητικοποίησης (potentialisation) φάνηκε να τού παρέχει μια ικανοποιητική περιγραφή τής παράδοξης συμπληρωματικής αντίθεσης, που μόλις περιγράψαμε. Στη διαλεκτική γραμμή τής τριλεκτικής σύλληψης, η ενεργοποίηση τής μιάς πλευράς (πράσινο) οδηγεί την άλλη (κόκκινο) σε κατάσταση δυνητικής ή εν δυνάμει πραγματικότητας.
Έτσι αναδεικνύεται η δυναμική διάσταση τής τριλεκτικής. Η κίνηση από την περιφέρεια (κίτρινο+μπλέ-κόκκινο) και προς τα μέσα (πράσινο+κόκκινο) οδηγεί στην έν-ταση και τον εκμηδενισμό (γκρι). Η κίνηση από την περιφέρεια και προς τα έξω οδηγεί στην έκ-ταση και την όλο και πιο ξεκάθαρη εκδήλωση τών αντιθέσεων, με τη μια όμως πλευρά ενεργό και την άλλη δυνητική.
Από εδώ μπορούμε να κατανοήσουμε μια σειρά παράπλευρων ενδείξεων, τις οποίες παραθέτει στα «τριλεκτικά σχήματα» τού Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός: ενεργοποίηση-δυνητικοποίηση (τριλεκτική τού χρωματικού φάσματος), κινητοποίηση-δυναμοποίηση (τριλεκτική τού χρόνου), μεταβλητή-σταθερά (τριλεκτική των εννοιών), έκταση-ένταση (τριλεκτική τής σημειολογίας), ισοδυναμία-ποιοτικό (τριλεκτική τής πολιτικής), διαφοροποίηση-ταυτοποίηση (τριλεκτική τής οικονομίας).

*

Παρ' όλα αυτά, από την όλη σύλληψη φαίνεται να απουσιάζει ο προσανατολισμός, η "πρόοδος" ή η "εξέλιξη". Αν πάρουμε το σύνολο όλων τών δυνατών παιχνιδιών μιάς τριλεκτικής δομής, οδηγούμαστε πράγματι στη μορφή τής σφαίρας. Ο Γιόρν γνώριζε βέβαια πως, εκτός από το οριζόντιο επίπεδο τών τριών βασικών χρωμάτων, ο χρωματικός κύκλος διαπερνάται κατακόρυφα στο κέντρο του από τη γραμμή λευκό-μαύρο. Έτσι, αν τοποθετήσουμε κάτω το μαύρο και πάνω το λευκό, η σφαίρα αυτή θα πρέπει να σκουραίνει όσο πηγαίνουμε προς τη βάση και να ανοίγει χρωματικά όσο πηγαίνουμε προς την κορυφή. Μπορούμε να υποθέσουμε εδώ κάποια έννοια "εξέλιξης από-προς"; Ο Γιόρν δεν φάνηκε να ενδιαφέρθηκε για κάτι τέτοιο.
Από την άλλη, γνώριζε πολύ καλά τη στατικότητα τού σφαιρικού σχήματος. Η σφαίρα παριστάνει την απόλυτη συμμετρία, την απόλυτη απουσία προσανατολισμού: δεν υπάρχει πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά, μπρος-πίσω, κ.λπ. ΣτοΠερί Μορφής είχε εκτενώς αναφερθεί στα όρια τής συμμετρίας και είχε δείξει οτι η εξέλιξη ακολουθεί την αρχή τής δυσυμμετρίας και τής ασυμμετρίας. Επίσης, είχε υποδείξει με κάπως εξελικτικούς όρους το πέρασμα από την κατάσταση τής ανόργανης ύλης (όπου κυριαρχεί η αρχή τής συμμετρίας) στο φυτό (όπου η ανάπτυξη γίνεται από τις ρίζες στην κατακόρυφη διεύθυνση), το ζώο (όπου έχουμε μια δυσυμμετρική κίνηση στον κατακόρυφο και τον οριζόντιο άξονα) και τελικά τον άνθρωπο, όπου η εξέλιξη γίνεται ασυμμετρικά κι εντελώς ελεύθερα.
Επίσης, ήδη από τα τέλη τής δεκαετίας τού 1940 αναφερόταν στη σπειροειδή κίνηση σημειώνοντας: "Ο συντηρητικός συλλαμβάνει τη ζωή σαν ένα αιώνιο κύκλο σ' ένα δακτύλιο, ενώ ο ριζοσπάστης την συλλαμβάνει σαν μια προοδευτική πορεία κατά μήκος μιάς λογικής και ευθείας γραμμής. Η αλήθεια είναι όμως οτι η κίνηση περιλαμβάνει και τα δύο αυτά στοιχεία, δηλαδή οτι η βασική κίνηση τής ύλης έχει το χαρακτηριστικό τής σπείρας" (Levende Kultur. Et studie I kulturens relativitet, 1948). To 1953 μάλιστα εικονογράφησε ένα άρθρο τής ομάδας Spiralen μ' ένα σπειροειδές σχέδιο, που έμοιαζε καταπληκτικά με τη διπλή σπείρα τού DNA, η οποία ανακαλύφθηκε εννέα χρόνια αργότερα!
Ωστόσο, κατά την εποχή τού SISV είχε πλέον εγκαταλείψει τη σπείρα σαν μέσον έκφρασης τής σκέψης του και δεν αναφέρθηκε σ' αυτήν σε καμμιά από τις πέντε εκθέσεις του. Αντίθετα, προτιμούσε τότε την εικόνα τής εξέλιξης ανόργανη ύλη-φυτό-ζώο-άνθρωπος και την ιδέα μιάς προόδου από την ανόργανη συμμετρία στην οργανική δυσυμμετρία και την ανθρώπινη ασυμμετρία. Μάλιστα, στα αμέσως επόμενα χρόνια προχώρησε σε μια εξελικτική θεωρία τής τέχνης συγκρίνοντας, με βάση την προηγούμενη εικόνα, μεταξύ άλλων την Αρχαία, τη Ρωμανική και τη Γοτθική ιερή αρχιτεκτονική.

*

Παρ' όλες τις ελλείψεις της, η τριλεκτική πρόταση τού Γιόρν σηματοδοτεί οπωσδήποτε ένα ριζικό φιλοσοφικό αναπροσανατολισμό, κατά τη γνώμη μας απολύτως αναγκαίο και ευεργετικό στις μέρες μας. Θα ήταν βεβαίως σφάλμα να την εκλάβουμε σαν "τυφλοσούρτη". Άλλωστε, όπως θα δούμε εδώ, ο Γιόρν επέμεινε οτι η δουλειά του εκφράζει "απλές και καθόλου δογματικές βάσεις εργασίας, που μπορούν να τροποποιηθούν και να διευρυνθούν. Είναι από τη φύση τους ανοικτές (π.χ. μπορούμε ν' αρχίσουμε από εναν αριθμό μεγαλύτερο τών τριών σχέσεων), διότι αυτή η μέθοδος προφανώς δεν έχει σχέση με κανέναν αριθμολογικό μυστικισμό. Στόχος της είναι ν' απελευθερώσει τις διαλεκτικές κινήσεις που έχουν αγκυλωθεί είτε μέσα στον υπομαρξιστικό ντετερμινισμό είτε μέσα στους τυχαίους ανταγωνισμούς, στους οποίους ολίσθησε ο Λουπάσκο".
Μπορούμε λοιπόν να δούμε και να χρησιμοποιήσουμε την Τριλεκτική σύλληψη, όχι τόσο με τούς όρους μιας αναλυτικής απόδειξης όσο σαν μια νέα μέθοδο και μια νέα εικόνα τού κόσμου, την εικόνα ενός «χαόσμου» (chaosmos), όπως αγαπούσε να λέει ο Γιόρν συνδυάζοντας τις λέξεις χάος και κόσμος.
Ωστόσο δεν είναι δυνατόν να αγνοήσουμε δυο πράγματα. Πρώτον, τη συνάφεια τής τριλεκτικής τού Γιόρν με τη θυματική θεωρία τού Ρενέ Ζιράρ, μια υπόγεια συγγένεια που πιστεύουμε οτι, εάν αναδειχθεί και καλλιεργηθεί, θ' αποφέρει εξαιρετικούς καρπούς. Και δεύτερον, την εκπληκτική ακρίβεια, με την οποία εδώ και σαράντα χρόνια ο Γιόρν προέβλεψε μέσ' από την τριλεκτική του μέθοδο μερικές εξαιρετικά κρίσιμες εξελίξεις, τις οποίες βλέπουμε να διαδραματίζονται σήμερα στον κόσμο.


(Από αυτή την προδημοσίευση λείπουν οι υποσημείωσεις και οι μεταφραστικές επισημάνσεις, που θα βρείτε όταν με το καλό προμηθευτείτε το βιβλίο!)

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

Ιανουάριος-Μάρτιος 2003

Πηγή: http://www.happyfew.gr/archives/tips/tips06.htm


cttrvlls Δεύτερο Εξάμηνο 2017 Ξεκινάμε με ένα νέο σχήμα τις ραδιοφωνικές μας εκπομπές: Κατερίνα Αθανασίου, Αντώνης Λακίδης και μαζί ...