Free thinking




Ο Αμερικανός ακαδημαϊκός και στοχαστής, Νόαμ Τσόμσκι, αναλύει τις δέκα τεχνικές για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Το κείμενο αποτελεί μέρος μιας συλλογής συνεντεύξεων του Ν.Τσόμσκι, όπου ο κορυφαίος διανοητής διαπιστώνει διεισδυτικές παρατηρήσεις για τους θεσμούς που διαμορφώνουν τη σκέψη του κοινού και οι οποίοι βρίσκονται στην υπηρεσία της ισχύος και του κέρδους.



1. Η τεχνική της διασκέδασης

Πρωταρχικό στοιχείο του κοινωνικού ελέγχου, η τεχνική της διασκέδασης συνίσταται στη στροφή της προσοχής του κοινού από τα σημαντικά προβλήματα και από τις μεταλλαγές που αποφασίστηκαν από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, με ένα αδιάκοπο καταιγισμό διασκεδαστικών και ασήμαντων λεπτομερειών.

Η τεχνική της διασκέδασης είναι επίσης απαραίτητη για να αποτραπεί το κοινό από το να ενδιαφερθεί για ουσιαστικές πληροφορίες στους τομείς της επιστήμης, της οικονομίας, της Ψυχολογίας, της Νευροβιολογίας και της Κυβερνητικής. «Κρατήστε αποπροσανατολισμένη την προσοχή του κοινού, μακριά από τα αληθινά κοινωνικά προβλήματα, αιχμαλωτισμένη σε θέματα χωρίς καμιά πραγματική σημασία.

Κρατήστε το κοινό απασχολημένο, απασχολημένο, απασχολημένο, χωρίς χρόνο για να σκέφτεται· να επιστρέφει κανονικά στη φάρμα με τα άλλα ζώα». Απόσπασμα από το Όπλα με σιγαστήρα για ήσυχους πολέμους.

2. Η τεχνική της δημιουργίας προβλημάτων, και στη συνέχεια παροχής των λύσεων

Αυτή η τεχνική ονομάζεται επίσης «πρόβλημα-αντίδραση-λύση». Πρώτα δημιουργείτε ένα πρόβλημα, μια «έκτακτη κατάσταση» για την οποία μπορείτε να προβλέψετε ότι θα προκαλέσει μια συγκεκριμένη αντίδραση του κοινού, ώστε το ίδιο να ζητήσει εκείνα τα μέτρα που εύχεστε να το κάνετε να αποδεχτεί.

Για παράδειγμα: αφήστε να κλιμακωθεί η αστική βία, ή οργανώστε αιματηρές συμπλοκές, ώστε το κοινό να ζητήσει τη λήψη μέτρων ασφαλείας που θα περιορίζουν τις ελευθερίες του.

Ή, ακόμη: δημιουργήστε μια οικονομική κρίση για να κάνετε το κοινό να δεχτεί ως αναγκαίο κακό τον περιορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων και την αποδόμηση των δημοσίων υπηρεσιών.

3. Η τεχνική της υποβάθμισης

Για να κάνει κάποιος αποδεκτό ένα απαράδεκτο μέτρο, αρκεί να το εφαρμόσει σταδιακά κατά «φθίνουσα κλίμακα» για μια διάρκεια 10 ετών. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκαν ριζικά νέες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες (νεοφιλελευθερισμός) στις δεκαετίες του 1980 και 1990.

Μαζική ανεργία, αβεβαιότητα, «ευελιξία», μετακινήσεις, μισθοί που δεν διασφαλίζουν πια ένα αξιοπρεπές εισόδημα· τόσες αλλαγές, που θα είχαν προκαλέσει επανάσταση, αν είχαν εφαρμοστεί αιφνιδίως και βίαια.

4. Η στρατηγική της αναβολής

Ένας άλλος τρόπος για να γίνει αποδεκτή μια αντιλαϊκή απόφαση είναι να την παρουσιάσετε ως «οδυνηρή αλλά αναγκαία», αποσπώντας την συναίνεση του κοινού στο παρόν, για την εφαρμογή της στο μέλλον. Είναι πάντοτε πιο εύκολο να αποδεχτεί κάποιος αντί μιας άμεσης θυσίας μια μελλοντική. Πρώτα απ’όλα, επειδή η προσπάθεια δεν πρέπει να καταβληθεί άμεσα.

Στη συνέχεια, επειδή το κοινό έχει πάντα την τάση να ελπίζει αφελώς ότι «όλα θα πάνε καλύτερα αύριο» και ότι μπορεί, εντέλει, να αποφύγει τη θυσία που του ζήτησαν. Τέλος, μια τέτοια τεχνική αφήνει στο κοινό ένα κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να συνηθίσει στην ιδέα της αλλαγής, και να την αποδεχτεί μοιρολατρικά, όταν κριθεί ότι έφθασε το πλήρωμα του χρόνου για την τέλεσή της.

5. Η στρατηγική του να απευθύνεσαι στο κοινό σαν να είναι μωρά παιδιά

Η πλειονότητα των διαφημίσεων που απευθύντονται στο ευρύ κοινό χρησιμοποιούν έναν αφηγηματικό λόγο, επιχειρήματα, πρόσωπα και έναν τόνο ιδιαιτέρως παιδικό, εξουθενωτικά παιδιάστικο, σαν να ήταν ο θεατής ένα πολύ μικρ ό παιδί ή σαν να ήταν διανοητικώς ανάπηρος.

Όσο μεγαλύτερη προσπάθεια καταβάλλεται να εξαπατηθεί ο θεατής, τόσο πιο παιδιάστικος τόνος υιοθετείται από τον διαφημιστή. Γιατί; «Αν [ο διαφημιστής] απευθυνθεί σε κάποιον σαν να ήταν παιδί δώδεκα ετών, τότε είναι πολύ πιθανόν να εισπράξει, εξαιτίας του έμμεσου και υπαινικτικού τόνου, μιαν απάντηση ή μιαν αντίδραση τόσο απογυμνωμένη από κριτική σκέψη, όσο η απάντηση ενός δωδεκάχρονου παιδιού». Απόσπασμα από το «Όπλα με σιγαστήρα για ήσυχους πολέμους».

6. Η τεχνική του να απευθύνεστε στο συναίσθημα μάλλον παρά στη λογική

Η επίκληση στο συναίσθημα είναι μια κλασική τεχνική για να βραχυκυκλωθεί η ορθολογιστική ανάλυση, επομένως η κριτική αντίληψη των ατόμων. Επιπλέον, η χρησιμοποίηση του φάσματος των αισθημάτων επιτρέπει να ανοίξετε τη θύρα του ασυνείδητου για να εμφυτεύσετε ιδέες, επιθυμίες, φόβους, παρορμήσεις ή συμπεριφορές...

7. Η τεχνική του να κρατάτε το κοινό σε άγνοια και ανοησία

Συνίσταται στο να κάνετε το κοινό να είναι ανίκανο να αντιληφθεί τις τεχνολογίες και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιείτε για την υποδούλωσή του. «Η ποιότητα της εκπαίδευσης που παρέχεται στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις πρέπει να είναι πιο φτωχή, ώστε η τάφρος της άγνοιας που χωρίζει τις κατώτερες τάξεις από τις ανώτερες τάξεις να μη γίνεται αντιληπτή από τις κατώτερες». Απόσπασμα από το «Ὀπλα με σιγαστήρα για ήσυχους πολέμους».

8. Η τεχνική του να ενθαρρύνεις το κοινό να αρέσκεται στη μετριότητα

Συνίσταται στο να παρακινείς το κοινό να βρίσκει «cool» ό,τι είναι ανόητο, φτηνιάρικο και ακαλλιέργητο.

9. Η τεχνική του να αντικαθιστάς την εξέγερση με την ενοχή

Συνίσταται στο να κάνεις ένα άτομο να πιστεύει ότι είναι το μόνο υπεύθυνο για την συμφορά του, εξαιτίας της διανοητικής ανεπάρκειάς του, της ανεπάρκειας των ικανοτήτων του ή των προσπαθειών του. Έτσι, αντί να εξεγείρεται εναντίον του οικονομικού συστήματος, απαξιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και αυτο-ενοχοποιείται, κατάσταση που περιέχει τα σπέρματα της νευρικής κατάπτωσης, η οποία έχει μεταξύ άλλων και το αποτέλεσμα της αποχής από οποιασδήποτε δράση. Και χωρίς τη δράση, γλιτώνετε την επανάσταση!

10. Η τεχνική του να γνωρίζεις τα άτομα καλύτερα από όσο γνωρίζουν τα ίδια τον εαυτό τους

Στη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, οι κατακλυσμιαία πρόοδος της επιστήμης άνοιξε μια ολοένα και πιο βαθειά τάφρο ανάμεσα στις γνώσει του ευρέως κοινού και στις γνώσεις που κατέχουν και χρησιμοποιούν οι ιθύνουσες ελίτ.

Χάρη στη Βιολογία, τη Νευροβιολογία και την εφαρμοσμένη ψυχολογία, το «σύστημα» έφτασε σε μια εξελιγμένη γνώση του ανθρώπινου όντος, και από την άποψη της φυσιολογίας και από την άποψη της ψυχολογίας.

Το σύστημα έφτασε να γνωρίζει τον μέσο άνθρωπο καλύτερα απ’ όσο γνωρίζει ο ίδιος τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το σύστημα ασκεί έναν πολύ πιο αυξημένο έλεγχο και επιβάλλεται με μια μεγαλύτερη ισχύ επάνω στα άτομα απ’ όσο τα άτομα στον ίδιο τον εαυτό τους.

(Πολύ ενδιαφέρον και επίκαιρο! Το διάβασα στο TVXS 25/10/12 Λουκάς)




Καθημερινή 09-01-05
XPIΣTOΦOPOΣ MAPINOΣ
Ιστορικός τέχνης, Eπιμελητής εκθέσεων.

«Εκφυλισμένη τέχνη» και Τρίτο Ράιχ


Εδώ καί πάρα πολλά χρόνια, στην Ιστορία της Τέχνης διεξάγεται μια μάχη ανάμεσα στην Επινόηση (από τη μεριά του καλλιτέχνη) και στην Κατανόηση (από τη μεριά του θεατή). Παρ' όλο που ακόμη και σήμερα, σε όλες τις πολιτισμένες χώρες του πλανήτη, γινόμαστε διαρκώς μάρτυρες αυτής της μάχης, υπήρξε μία στιγμή στην ιστορία που αυτή η μονομαχία έφτασε στα άκρα. Η στιγμή αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη την αναμφίβολα σκοτεινή περίοδο που οι ναζί θέλησαν, και κατάφεραν, να διαχειριστούν με υπερβάλλοντα ζήλο τις επιθυμίες ενός ολόκληρου λαού.


Πιο συγκεκριμένα, η μάχη αυτή έμεινε στην ιστορία μέσα από μία έκθεση, την περίφημη έκθεση «Εκφυλισμένης Τέχνης» (Entartete Konst) που διοργάνωσαν οι ναζί στο Μόναχο τον Ιούλιο του 1937, και η οποία αποτέλεσε την αφορμή για να ξεκινήσει η επιχείρηση εκκαθάρισης της «ξιπασμένης» μοντέρνας τέχνης σε όλα τα μήκη και πλάτη του Τρίτου Ράιχ. Μια ημέρα πριν, στην ίδια πόλη, μετά από ένα τελετουργικό με παρελάσεις και λαμπαδηφορίες, ο Χίτλερ έδωσε το παρών στον Οίκο της Γερμανικής Τέχνης, την πινακοθήκη που σχεδίασε ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας, καθηγητής Tροστ, για να εγκαινιάσει την πρώτη «αληθινή» έκθεση γερμανικής τέχνης εκφωνώντας ένα λόγο που δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνείας: «Ο κυβισμός, ο ντανταϊσμός, ο φουτουρισμός, ο ιμπρεσσιονισμός κ.λπ., δεν έχουν τίποτα να κάνουν με τον γερμανικό λαό. Διότι οι έννοιες αυτές δεν είναι ούτε παλιές ούτε σύγχρονες, παρά μόνον τα ψευδοτραυλίσματα ανθρώπων που ο Θεός αρνήθηκε να τους χαρίσει ένα αληθινό καλλιτεχνικό ταλέντο, και στη θέση αυτού τούς έδωσε το δώρο της φλυαρίας ή της εξαπάτησης».


Η αντίδραση ενός επισκέπτη της έκθεσης «Εκφυλισμένης Τέχνης» είναι χαρακτηριστική αυτού του αισθήματος «εξαπάτησης» στο οποίο αναφέρθηκε ο Φύρερ: «Eπρεπε οι καλλιτέχνες να είναι δεμένοι δίπλα στους πίνακές τους, ούτως ώστε κάθε Γερμανός να μπορεί να τους φτύσει στα μούτρα - όχι όμως μόνο τους καλλιτέχνες, αλλά και τους διευθυντές των μουσείων, οι οποίοι, σε μια περίοδο μαζικής ανεργίας έριξαν τεράστια ποσά στα μονίμως ανοιχτά σαγόνια των δραστών αυτών των ωμοτήτων».


Τα μέτρα που εφάρμοσε το ναζιστικό καθεστώς από εκεί και μετά ανταποκρίνονταν πλήρως σε αυτή την οργισμένη άποψη. Eτσι, ίσως για πρώτη φορά έχουμε ποινικοποίηση της τέχνης σε βαθμό που να απαγορεύεται διά ροπάλου όχι μόνο η δημόσια έκθεσή της αλλά ακόμα και η ίδια η πράξη της δημιουργίας (δυσνόητων έργων τέχνης). Σαν να μην έφτανε αυτό, απαγορευμένη ήταν και η κριτική της τέχνης μέσα από τις εφημερίδες και τα περιοδικά, η οποία όφειλε να αντικατασταθεί από «απλές σκέψεις για την τέχνη», ένα πιο ουδέτερο και συναινετικό είδος γραφής, δίχως άποψη και κριτική ανάλυση.


Πογκρόμ εναντίον της τέχνης


Οι συνέπειες αυτής της «πραγματικής» μάχης συνθέτουν ένα τοπίο αποκάλυψης: 4.000 χιλιάδες καμένα ή κατεστραμμένα αριστουργήματα της μοντέρνας ζωγραφικής και γλυπτικής, αυτοκτονίες καλλιτεχνών, συλλήψεις, ένα αληθινό πογκρόμ κατά της πρωτοπορίας και των εμπνευστών της. Ο λόγος; Σύμφωνα με τους εθνικοσοσιαλιστές, η avant-garde ή μοντέρνα τέχνη δεν ήταν αρκετά έντιμη.


Δεν ήταν πιστή απέναντι στην πραγματικότητα και επομένως στα προβλήματα του απλού Γερμανού πολίτη. Υπεύθυνοι για την παρακμή της τέχνης ήταν οι Εβραίοι και οι Μπολσεβίκοι. Αυτοί ήταν που με την «αισθητικά αποκρουστική, πολιτικά ανατρεπτική και εξεζητημένη» τέχνη τους υπέθαλπαν τη λατρεία της παραφροσύνης. Oπως τόνιζε και ο Χίτλερ, η «εκφυλισμένη» τέχνη, που συχνά ταυτιζόταν με το έκλυτο πνεύμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, δεν ήταν αρκετά εθνική. Η γερμανική τέχνη θα έπρεπε να εκφράζει τον γερμανικό φυλετικό χαρακτήρα.


Βέβαια, το μένος και η καχυποψία του γερμανόφωνου (και όχι μόνο) καλλιτεχνικού κόσμου απέναντι στη μοντέρνα τέχνη και στις αξίες του Διαφωτισμού είχε εκδηλωθεί πολύ πριν οι εθνικοσοσιαλιστές ανέβουν στην εξουσία και φτάσουμε στις διώξεις και στην προπαγάνδα ενάντια στην «εκφυλισμένη τέχνη». Είχαν προηγηθεί διάφορα άλλα περιστατικά «επιθέσεων» που προανήγγειλαν το τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Ανάμεσα σ' αυτά ήταν η έκδοση του βιβλίου «Εκφυλισμός» (1892) του Mαξ Nορντάου, με το οποίο ο γερμανόφωνος Εβραίος φυσικός και λογοτέχνης ασκούσε δριμεία κριτική στους «έκφυλους» Mπωντλέρ, Pεμπώ, Bερλαίν, Oσκαρ Oυάιλντ, Bάγκνερ, συσχετίζοντας ανοιχτά την καλλιτεχνική παρακμή με την παραφροσύνη, την εγκληματικότητα, τη σωματική αποσύνθεση και τη σεξουαλική παρέκκλιση.


Το 1896, ο Kάιζερ Γουλιέλμος o B΄ απολύει τον διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης του Βερολίνου, Oύγκο φον Tσούντι, επειδή θεώρησε απαράδεκτη την αγορά τόσο πολλών ξένων έργων τέχνης. To 1909, μια βιεννέζικη φιλελεύθερη εφημερίδα χαρακτηρίζει τον ζωγράφο Oσκαρ Kοκόσκα διανοητικά άρρωστο, έκφυλο καλλιτέχνη και υπάνθρωπο, ενώ την επόμενη χρονιά μια εφημερίδα του Μονάχου ζητά τη σύλληψη των ζωγράφων της ομάδας «Γαλάζιος Kαβαλάρης» (Blaoe Reiter), και συγκεκριμένα των Kλέε, Kαντίνσκι, Mαρκ και Mάκε. Το 1911, 120 Γερμανοί ζωγράφοι υπογράφουν μια διακήρυξη διαμαρτυρόμενοι για το ενδιαφέρον που δίνεται στην ξενόφερτη, πειραματική μοντέρνα τέχνη, που έχει ως αποτέλεσμα τον παραγκωνισμό τους. Τέλος, το 1928, κυκλοφορεί το «Konst ond Rasse» («Τέχνη και Φυλή») του αρχιτέκτονα Πάουλ Nάουμπουργκ, το οποίο έμελλε να γίνει η αισθητική Βίβλος των εθνικοσοσιαλιστών. Το βιβλίο προχωρούσε στην ανάλυση έργων της μοντέρνας τέχνης (Πικάσο, Mοντιλιάνι, Kοκόσκα και άλλων εξπρεσιονιστών ζωγράφων) με βάση φωτογραφίες ανθρώπων που υπέφεραν από ελεφαντίαση, μογγολισμό και διάφορες άλλες παθήσεις του σώματος.


Η κακογουστιά πάνω απ' όλα


Η αισθητική γραμμή του ναζιστικού καθεστώτος πριν από το 1934 δεν ήταν και τόσο ομοιογενής. Eτσι, πέρασε αρκετός καιρός για να καταλήξουν οι ναζί, με τη βοήθεια του αισθητικού του κόμματος aλφρεντ Pόζενμπεργκ, ότι ο εξπρεσιονισμός δεν ανήκει τελικά στα ιδεώδη της κοινής λογικής, τα οποία επιζητούσαν. Σε αντίθεση με τους Ιταλούς φασίστες που προτιμούσαν την ταχύτητα και την αφαίρεση, οι τέχνες του ναζισμού ήταν συντηρητικές και βασίζονταν σε πιο παραδοσιακά αισθητικά κριτήρια. Η ζωγραφική υστερούσε αισθητά του κινηματογράφου, της αρχιτεκτονικής και του ντιζάιν που, ιδιαίτερα μετά το 1936, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες φολκλορικές υπερβολές, ήταν παραδόξως αρκετά πιο «μοντέρνα».


«Το πιο τέλειο σχήμα, η πιο μεγαλειώδης εικόνα που έχει δημιουργηθεί προσφάτως στη Γερμανία δεν έχει βγει από το ατελιέ κάποιου καλλιτέχνη, είναι το ατσαλένιο κράνος», είπε κάποτε ο ναζιστής Κόμης Mπαουντίσιν, μέλος της τετραμελούς επιτροπής εκκαθάρισης της «εκφυλισμένης τέχνης» και διευθυντής του Μουσείου Φόλκσβανγκ στο Eσσεν.


Πράγματι, αν έριχνε κανείς μια ματιά στα ατελιέ των ζωγράφων του Ράιχ, μάλλον θα συμφωνούσε με τον Κόμη. Μετά το άνοιγμα του Οίκου της Γερμανικής Tέχνης στο Μόναχο, η ζωγραφική στη ναζιστική Γερμανία δεν ήταν παρά μια κακή εκδοχή της Σχολής του Μονάχου, ένας κιτς νατουραλισμός με χιλιάδες πίνακες που αναπαριστούσαν ειδυλλιακά βουκολικά τοπία, αγροτικές σκηνές, χωρικούς, μονοιασμένες οικογένειες, μύθους, γυμνόστηθες Αμαζόνες, ηρωικές σκηνές μάχης, πορτρέτα πολιτικών κ.λπ. Ο Φύρερ επέμενε ότι ο καλλιτέχνης δεν δημιουργεί για τον εαυτό του αλλά για τον λαό -τη γερμανική ψυχή, -γι' αυτό και όλα πάνω στον καμβά θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρα και βασισμένα στην τεχνική λεπτομέρεια, στην αρμονία της κίνησης, σε τέλειες μορφές, με ζωντάνια και βιταλισμό. Oποιος ακολουθούσε αυτές τις γραμμές είχε εξασφαλισμένη επιτυχία, χρήματα και δόξα2. Οι υπόλοιποι «διαφωνούντες», προκειμένου να μην καταλήξουν στη δημιουργία μιας στρατευμένης τέχνης, μπανάλ και δευτεροκλασάτης, έπρεπε να διαλέξουν τον δρόμο της εξορίας.


Σε όλη τη αυτή τη συζήτηση περί αισθητικής και ηθικής η συμβολή του εξόριστου διανοητή Βάλτερ Μπένγιαμιν υπήρξε καθοριστική, όχι μόνο γιατί διέκρινε ότι ο ναζισμός ήταν η «αισθητικοποίηση της πολιτικής», αλλά κυρίως γιατί μας δίδαξε πως ένα «έκφυλο τερατούργημα» όπως ο «aγγελος της Ιστορίας» του ζωγράφου Πάουλ Kλέε αποτελεί μια τεράστια πηγή ιδεών.


H μάχη συνεχίζεται...


Κάθε λαός, θρησκεία ή φυλή έχουν το δικαίωμα να καλλιεργούν τις δικές τους ιδέες περί ομορφιάς, κάλλους και αισθητικής. Με γνώμονα την καινοτομία, την αλλαγή και την αισθητική αναζήτηση, το ναζιστικό Υψηλό υπήρξε μάλλον αρκετά χαμηλό για τα δεδομένα κάθε εποχής. Παρ' όλα αυτά, η σημασία, αρνητική ή θετική, που απέδιδε ένας δεσπότης, όπως ο Χίτλερ, στην τέχνη της εποχής του, είναι κάτι το εντυπωσιακό ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα, αν αναλογιστεί κανείς τη σχετική αδιαφορία που επιδεικνύουν οι απανταχού ηγέτες για τη σύγχρονη τέχνη. Από την άλλη, βέβαια, εξίσου εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το γούστο του Φύρερ, μιας τόσο αμφιλεγόμενης ιστορικής μορφής, το συναντά κανείς μόνο στα καλύτερα κορνιζάδικα μιας σύγχρονης μεγαλούπολης.


Oσο για τους δοξασμένους καλλιτέχνες του καθεστώτος, τα πράγματα ήταν ακόμη πιο σκληρά καθώς, όπως τελικά αποδείχθηκε, δεν είχαν την τύχη να γευτούν την πολυπόθητη αιωνιότητα που τους υποσχέθηκε ο καλλιτεχνικός τους πατέρας. Πράγματι, ποιος γνωρίζει σήμερα τους διάσημους για την εποχή τους ζωγράφους Oύντο Bέντελ, Kαρλ Λάιπολντ, aντολφ Bίσελ, Zεπ Xιλτς ή τους γλύπτες Φριτς Kλιμς, Pούντολφ Mπέλινγκ, τον καθηγητή Tόρακ, τον aρνο Mπρέκερ; Μετά το τέλος του B΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οι διαχειριστές της τέχνης -διευθυντές μουσείων, επιμελητές και ιστορικοί- τιμώρησαν την τέχνη του Τρίτου Ράιχ ρίχνοντάς την στον σκουπιδοτενεκέ της Iστορίας, κάτι που σε γενικές γραμμές συνέβη και με τις υπόλοιπες τέχνες των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αι. Αυτός όμως ο σκουπιδοτενεκές δεν ήταν παρά ένας ελαττωματικός Κάδος Ανακύκλωσης, μιας και όπως βλέπουμε καθημερινά, αυτού του είδους η αισθητική δεν εξαλείφεται από μια σκληρή πολιτιστική πολιτική ή στάση, αλλά, αντιθέτως, παραμένει βαθιά εμποτισμένη στην καρδιά του πλούσιου ή φτωχού πολίτη αυτής της γης και κάπου-κάπου επιστρέφει ξανά για ν' αγγίξει την ψυχή του. Η μάχη συνεχίζεται...




Το αισθητικό και το πολιτικό: θεωρητικό και ιστορικό πλαίσιο μιας συζήτησης


Τα δύο κείμενα που περιέχονται στον τόμο Τέχνη και Ριζοσπαστικότητα τα χωρίζει ένα διάστημα 23 χρόνων (1979-2002). Γράφτηκαν και τα δύο από διακεκριμένους πρόσφυγες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης στις Ηνωμένες Πολιτείες –o Ferenc Feher είναι Ούγγρος, πρώην σύζυγος της Agnes Heller και μαθητής στην νεότητά του, όπως και εκείνη, του ίδιου του Λούκατς· ο Krzysztof Ziarek, λίγο νεότερος, είναι Πολωνός- και συζητούν τρεις μεγάλες φιλοσοφικές μορφές του εικοστού αιώνα: τον Γκέοργκ Λούκατς, τον Theodor W. Adorno και τον Martin Heidegger, που ασχολήθηκαν κατά ιδιάζοντα τρόπο με αισθητικά ζητήματα. Αυτό είναι ίσως και το μόνο στοιχείο που ενοποιεί τους τρεις μείζονες διανοητές. Κατά τα άλλα μπορούν να διακριθούν με διαφορετικούς τρόπους αναλόγως του αν κάποιος προκρίνει το πολιτικό ή το αισθητικό κριτήριο: από πολιτική άποψη, ο Λούκατς και ο Adorno ανήκουν στη (μετα)μαρξιστική παράδοση, παρότι υιοθετούν διαμετρικά αντίθετες θέσεις ως προς το Σοβιετικό πείραμα, ενώ ο Heidegger εκχωρείται συνήθως στη δεξιά (η, έστω περιστασιακή, συνοδοιπορία του με τον εθνικοσοσιαλισμό στη Γερμανία έχει αφήσει ανεξίτηλο στη διανοητική του εικόνα). Από αισθητική άποψη, ωστόσο, ο Adorno και ο Heidegger βρίσκονται πολύ πιο κοντά μεταξύ τους χάρη στις εικονοπλαστικές θεωρητικές τους προσεγγίσεις που συναντούν νεωτερικούς καλλιτεχνικούς πειραματισμούς του αιώνα τους, ενώ ο Λούκατς παρέμεινε προσκολλημένος σε ένα κλασικιστικό κριτήριο το οποίο τον εμπόδισε, όπως τόσο συχνά παρατηρείται, να εκτιμήσει εκείνο που διακυβεύτηκε στην ερμητική ιδιόλεκτο της τέχνης του εικοστού αιώνα.


Βεβαίως ο Λούκατς, ο Adorno και ο Heidegger δεν είναι αποκλειστικά «αισθητικοί» στοχαστές. Οι αισθητικές διαπραγματεύσεις καταλαμβάνουν μια συγκεκριμένη –περισσότερο ή λιγότερο δεσπόζουσα- θέση σε έναν συστηματικό και ολόπλευρο φιλοσοφικό στοχασμό τον οποίο επιχειρούν ο καθένας με τα δικά του μέσα, και καλούνται συχνά να επιλύσουν, ή να μεσολαβήσουν, καίρια προβλήματα που γεννούν οι αντίστοιχες φιλοσοφικές τους κατασκευές. Η επιφόρτιση της αισθητικής με τέτοια καθήκοντα κατάγεται οπωσδήποτε από τη μεγάλη παράδοση του γερμανικού ιδεαλισμού (κατεξοχήν από τον Καντ, τον Schiller και τον Shelling), ωστόσο αξίζει να παρατηρήσουμε ότι αυτό το ύφος φιλοσοφίας επρόκειτο να γνωρίσει μια απότομη έκλειψη στις αρχές του εικοστού αιώνα –και μαζί του η ίδια η ιδέα μιας γενικής, φιλοσοφικής αισθητικής. Ο Λούκατς και ο Benedetto Croce είναι ίσως οι τελευταίοι μεγάλοι «αισθητικοί» στο κατώφλι του εικοστού αιώνα· έκτοτε, ο όρος αισθητική χρησιμοποιείται όλο και λιγότερο, και ηχεί κάπως παλαιομοδίτικος και παρωχημένος όσο και η ίδια η ιδέα που συνιστούσε το προνομιακό αντικείμενο κάθε φιλοσοφικής αισθητικής: η έννοια του «ωραίου». Εκείνο που πραγματικά συνέβη είναι ότι ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, μέσα στο αυξανόμενο πνεύμα τεχνικής εξειδίκευσης και με την ανερχόμενη εμμονή του επιστημονισμού- για τα οποία δεν ήταν άμοιρος ο καταμερισμός και η λογική του ίδιου του σύγχρονου πανεπιστημίου- αποθαρρύνεται κάθε ολοποιητική φιλοσοφική πραγμάτευση και καλλιεργείται η ιδέα πως κάθε μεμονωμένη τέχνη οφείλει να μελετάται ανεξάρτητα και τεχνικά, σύμφωνα με τους ιδιάζοντες κατασκευαστικούς κανόνες και τα μέσα που της αντιστοιχούν. Το σύνθημα έδωσε ο Edward Hanslick στη μουσικολογία, o Heinrich Wöllflin στην εικαστική κριτική και το ακαδημαϊκό ρεύμα του φορμαλισμού στη θεωρία της λογοτεχνίας. Από την άλλη πλευρά, όπου και όταν επιχειρείται μια επιστημολογική οριοθέτηση του καλλιτεχνικού πεδίου ως τέτοιου, συνήθως σε νεοπραγματιστικό έδαφος, έχει συνηθέστερα τη μορφή μιας τεχνικής θεωρίας της καλλιτεχνικής επικοινωνίας-που στην πράξη σημαίνει, επιστημολογία σημειωτικών συστημάτων, η οποία συρρικνώνει τις καλλιτεχνικές χειρονομίες σε κενούς λογικούς τύπους παρακάμπτοντας τόσο την ουσιώδη ιστορική τους διάσταση όσο και οτιδήποτε συνιστούσε την ιδιαζόντως αισθητική τους ποιότητα (πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Nelson Goodman στις ΗΠΑ).




Μπαζίλ: Ο πρώτος επικοινωνιολόγος; Χίτλερ: Ικανότατος ηθοποιός!

Της Αναστασίας Δουκάκη, Συμβούλου Επικοινωνίας της Think Politics


Η αισθητικοποίηση της πολιτικής επικοινωνίας, δηλαδή η προσθήκη αισθητικών κωδίκων στην πολιτική, εξελίχθηκε δυναμικά την εποχή του φασισμού ώστε ο Χίτλερ να μπορέσει να προσεγγίσει, να πείσει και να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερους οπαδούς.


Ο Μπαζίλ ήταν ένας ηθοποιός του Θεάτρου της Βασιλικής Αυτής και είχε δεχθεί να κάνει μάθημα στον Χίτλερ –τότε απλό τοπικό προπαγανδιστή- για οκτώ μάρκα την ώρα. Ο Μπαζίλ ήταν ηθοποιός της παλιάς σχολής και έπαιζε συνήθως ιστορικά πρόσωπα, κάνοντας μεγαλοπρεπείς χειρονομίες.


Η κίνηση του Χίτλερ να πάρει μαθήματα φωνητικής, όχι μόνο για να μιλάει σωστά, αλλά και επειδή στις ομιλίες του ούρλιαζε φοβερά έπρεπε να μάθει να αποφεύγει το βράχνιασμα. Με τη βοήθεια του παλιού κωμικού μάθαινε πώς θα κινεί τα χέρια του στις ομιλίες και τις εμφανίσεις του ώστε να φαίνεται σπουδαίος, καθώς και πώς πρέπει να περπατά για να δίνει μια αίσθηση μεγαλοπρέπειας και ηρωισμού.


Πράγματι, η φωνή του Χίτλερ σταδιακά πήρε τον οργισμένο τονισμό που θα έδινε κάποιος που τον είχαν κατηγορήσει άδικα, χωρίς όμως να χάνει τίποτα από την ανδροπρέπειά της. Το περπάτημά του εξελίχθηκε, ακουμπώντας τα ακροδάχτυλα του ποδιού το έδαφος, κρατώντας το πόδι τεντωμένο και τραβώντας το πιγούνι προς τα μέσα. Ο Μπαζίλ δίδαξε στον Χίτλερ ακόμη και να αριθμεί τα επιχειρήματα που εξέθετε στις ομιλίες του, υπογραμμίζοντας τις λέξεις «πρώτο», «δεύτερο», «τρίτο» υψώνοντας τον αντίστοιχο αριθμό δαχτύλων (πολλές φορές παραπλανώντας το κοινό ότι διαθέτει μεγαλύτερο αριθμό επιχειρημάτων από όσα τελικά εξέθετε).


Ο Χίτλερ έμαθε να παριστάνει άκρως πειστικά ότι τα επιχειρήματά του ήταν λογικά. Χαρακτηριστικά, στην ομιλία του για τις «είκοσι» αποδείξεις των πολεμικών επανορθώσεων όπου ανέτρεπε και αποκάλυπτε τη δημοκρατία έκανε τεράστια εντύπωση. Παρουσιάστηκε –τόσο φωνητικά όσο και κινησιολογικά- ως ο ηγέτης που έχει αποδείξεις για όσα λέει, ακόμα κι όταν οι αποδείξεις αυτές δεν υπήρχαν καν. Πληρώνοντας οκτώ μάρκα την ώρα ο Χίτλερ εξελίχθηκε σε έναν ικανότατο ηθοποιό!


Μάγερ, Τόμας (1999): Η πολιτική ως θέατρο, Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη


http://www.youtube.com/watch?v=GHs2coAzLJ8
Riefenstahl's techniques

http://www.youtube.com/watch?v=Fig8HQqPJCU

http://www.youtube.com/watch?v=HCmvDwDocrw&feature=related

Our Hitler: a Film from Germany

http://www.youtube.com/watch?v=5Y-4oc71eqk&feature=relmfu

http://www.youtube.com/watch?v=OZ_Yzjyv5XY
Syperberg part 6 - 7


Κατερίνα Αθανασίου mob.k.a. 6939457717, tel:6987111182.

























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

cttrvlls Δεύτερο Εξάμηνο 2017 Ξεκινάμε με ένα νέο σχήμα τις ραδιοφωνικές μας εκπομπές: Κατερίνα Αθανασίου, Αντώνης Λακίδης και μαζί ...